Ερμιόνη, Αργολίδα (2015 – εν εξελίξει)

Δημοσιευμένο: 2021-02-10

Η αρχαία Ερμιόνη ήταν μια από τις πόλεις-κράτη της νότιας Αργολίδας. Σήμερα τα κατάλοιπα της πόλης βρίσκονται κυρίως κάτω από την ομώνυμη σύγχρονη πόλη, που βρίσκεται σε μια μακρά και στενή χερσόνησο. Το άκρο της, γνωστό ως Μπίστι, είναι ένα άλσος, ενώ η σημερινή Ερμιόνη καλύπτει την ανατολική πλαγιά του λόφου Πρώνα, ύψους 70 μ. Μια εύφορη πεδιάδα, η οποία κάποτε φιλοξενούσε μια υδάτινη οδό, βρίσκεται ανάμεσα στον λόφο του Πρώνα και στο ορεινό Πελοποννησιακό τοπίο στα βόρεια. Και οι δύο πλευρές της χερσονήσου της Ερμιόνης διαθέτουν εξαίρετα φυσικά λιμάνια.

Η πόλη των Ερμιονέων έχει μια μακρά ιστορία. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Όμηρο ως μία από τις πόλεις που είχε υπό την κυριαρχία του ο Διομήδης (Ιλ. 2.560). Αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις προϊστορικής κατοίκησης στην περιοχή της σύγχρονης πόλης, έχουν βρεθεί κατάλοιπα από τη Μυκηναϊκή περίοδο σε έναν λόφο που βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο ανατολικά. Οι πρώτες μαρτυρίες στην περιοχή της αρχαίας Ερμιόνης προέρχονται από Πρωτογεωμετρικούς τάφους. Οι γραπτές πηγές αναφέρουν ότι οι Ερμιονείς έστειλαν πλοία στη Σαλαμίνα και άνδρες στις Πλαταιές κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων στα τέλη της Αρχαϊκής περιόδου. Είναι γνωστό ότι η πόλη εκείνη την εποχή βρισκόταν στο ακρωτήριο Μπίστι της χερσονήσου της Ερμιόνης. Σε κάποια χρονική περίοδο, πιθανώς μεταξύ της Μέσης Ελληνιστικής περιόδου και των Πρώιμων Ρωμαϊκών χρόνων, και για άγνωστους λόγους, η πόλη μεταφέρθηκε 800 μ. προς τα δυτικά στην ανατολική πλαγιά του Πρώνα. Ο Παυσανίας, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη τον 2ο αιώνα μ.Χ., παρέχει μια ασυνήθιστα πλούσια μαρτυρία, καθώς βρήκε μια πόλη με ”διάφορα αξιοθέατα που θα μπορούσε να γράψει κανείς γι’ αυτά” (Παυσ. 2.34.11). Αρχαιολογικά στοιχεία από τις Ρωμαϊκές περιόδους επιβεβαιώνουν περαιτέρω την άποψη ότι η πόλη άκμασε στην Αυτοκρατορική εποχή. Στους μετέπειτα Χριστιανικούς χρόνους η Ερμιόνη μετατράπηκε σε επισκοπή με μεγάλη βασιλική, που παρέμεινε κατοικημένη τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Το 2015, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας σε συνεργασία με το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, ξεκίνησαν ένα τριετές ερευνητικό πρόγραμμα για την αρχαία Ερμιόνη που ονομάστηκε A Greek cityscape and its people. A study of Ancient Hermione. Τη γενική διεύθυνση του εν λόγω προγράμματος ανέλαβε η Δρ. Άλκηστις Παπαδημητρίου, Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας, και για τη σουηδική ομάδα ανέλαβε υπεύθυνη η Δρ. Jenny Wallensten. Η έρευνα της αρχαίας Ερμιόνης συνεχίζεται από το 2018 μέσω του τρέχοντος ερευνητικού προγράμματος Hermione: A model city. Στόχος των προγραμμάτων είναι η καλύτερη κατανόηση της ζωής σε μια ελληνική πόλη-κράτος χρησιμοποιώντας ένα ευρύ διαχρονικό πλαίσιο, μέσω μιας ολοκληρωμένης μελέτης του δομημένου περιβάλλοντος, του τοπίου, της οικογένειας και άλλων κοινωνικών δομών καθώς και θρησκευτικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων ταφικών τελετών.

Αρχαία κατάλοιπα στην Ερμιόνη

Τα ελληνο-σουηδικά ερευνητικά προγράμματα υιοθέτησαν στο μέγιστο δυνατό βαθμό μη καταστροφικές μεθόδους για την εξερεύνηση της Ερμιόνης, συμπεριλαμβανομένων μεθόδων ψηφιακής και παραδοσιακής τεκμηρίωσης για ορατά κατάλοιπα, διαφόρων τύπων γεωφυσικής έρευνας και ανάλυσης του σύγχρονου τοπίου. Αυτό επέτρεψε τη διεξαγωγή πολλών ερευνών, επεκτείνοντας γρήγορα τις γνώσεις μας για την αρχαία πόλη, σχεδόν χωρίς ανασκαφές.

Η αρχαιότερη πόλη, που χρονολογείται από την Αρχαϊκή περίοδο, βρισκόταν στο Μπίστι, όπου τα κατάλοιπα περιλαμβάνουν τα θεμέλια του ναού του Ποσειδώνα ή της Αθηνάς, τμήματα των Κλασικών τειχών της πόλης, το λεγόμενο Ενετικό τείχος, καθώς και περισσότερες από δώδεκα δεξαμενές.

Ο Ύστερος Αρχαϊκός - Πρώιμος Κλασικός ναός, ο οποίος αναφέρεται από τον Παυσανία (2.34.10), βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του Μπίστι, προσφέροντάς του μια εξέχουσα θέση στο τοπίο, με θέα στη θάλασσα. Σήμερα ορατά είναι μόνο τα θεμέλια, διαστάσεων περίπου 15×30 μ. Ο αρχαίος ναός καταστράφηκε πολύ πριν από τους σύγχρονους χρόνους και στη θέση του χτίστηκε μια μεσαιωνική εκκλησία, από την οποία ελάχιστα ίχνη παραμένουν ορατά.

Υπάρχουν επίσης σημαντικά κατάλοιπα οχυρώσεων στο Μπίστι. Τα παλαιότερα είναι τα τείχη της πόλης, μετά το άκρο της χερσονήσου, που χρονολογούνται στην Κλασική ή Ελληνιστική περίοδο. Αυτές οι οχυρώσεις ανοικοδομήθηκαν αργότερα στα Μεσαιωνικά χρόνια, φέροντας ως αποτέλεσμα ένα συνδυασμό τεχνικών οικοδόμησης. Ωστόσο, οι πιο σημαντικές διατηρημένες οχυρώσεις είναι το λεγόμενο Ενετικό τείχος πάχους περ. 3 μ. (14ος–16ος  αιώνας μ.Χ.), αποκόβοντας το Μπίστι από την υπόλοιπη χερσόνησο. Αυτό το τείχος κατασκευάστηκε σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποιώντας παλαιότερο υλικό όπως αποδεικνύεται από τον μεγάλο αριθμό επιγραφών και αρχιτεκτονικών μελών που είναι ορατά σε αυτό.

Η κατοίκηση από την Κλασική και Ελληνιστική περίοδο στο Μπίστι μαρτυρείται κυρίως από τις δεξαμενές που απλώνονται στην περιοχή. Οι δεξαμενές έχουν σχήμα καμπάνας ή αχλαδιού και όγκο 10-30 m³, αρκετό για να τροφοδοτεί μια οικογένεια με νερό όλο το χρόνο. Η τοποθεσία τους στο τοπίο είναι σημαντική καθώς οι δεξαμενές χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά για οικιακή χρήση, οπότε μπορούν να αξιοποιηθούν για τον εντοπισμό δημόσιων και ιδιωτικών χώρων στην αρχαία πόλη.

Καθʼ όλη τη διάρκεια του προγράμματος, έχει επίσης αναλυθεί το τοπίο της χερσονήσου Μπίστι προκειμένου να εντοπιστούν ταράτσες και να αναγνωριστούν περαιτέρω κατάλοιπα αρχαίων κατασκευών, συμπεριλαμβανομένων κατοικιών χτισμένων σε σειρές. Ταυτόχρονα, έχουν χρησιμοποιηθεί διαφορετικές μέθοδοι γεωφυσικής έρευνας για να εξερευνηθούν κατάλοιπα κάτω από την επιφάνεια. Το 2019 ανοίχθηκαν δύο μικρές δοκιμαστικές τάφροι για να κατανοηθούν καλύτερα τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών χωρίς επιπρόσθετες εκτεταμένες ανασκαφές.

Υπάρχουν επίσης πολλά ίχνη της αρχαίας Ερμιόνης στη σύγχρονη πόλη, από μεμονωμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία και επιγραφές που ενσωματώθηκαν σε σύγχρονες κατασκευές μέχρι θεμέλια και τεράστια τείχη. Ο ναός της Χθονίας Δήμητρας είναι η πιο αξιοσημείωτη αναγνωρισμένη κατασκευή. Βρισκόταν ψηλά σε σχέση με το τοπίο, σε ένα ιερό που περιγράφεται από τον Παυσανία το 2ο αιώνα μ.Χ. ως ”το πιο άξιο αναφοράς” (2.35.4). Η ίδια η λατρεία μαρτυρείται από τον 6ο αιώνα π.Χ. και πολύ αργότερα ο Παυσανίας περιέγραψε ένα ιδιαίτερα ασυνήθιστο τελετουργικό όπου οι αγελάδες οδηγήθηκαν στο ναό και σφάχτηκαν από ηλικιωμένες γυναίκες με δρεπάνια (2.35.6-7). Αρχικά ο ναός μπορεί να ήταν ένα ιερό εκτός πόλης, όταν η πόλη βρισκόταν ακόμα στο άκρο της χερσονήσου. Αργότερα, όταν η πόλη μεταφέρθηκε στον Πρώνα, ο ναός ενσωματώθηκε στο αστικό τοπίο. Τα ερείπια του ναού σώζονται σήμερα κάτω από την εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών, η οποία ενσωματώνει επίσης πολλά σπόλια, από τον ναό καθώς και από άλλες κατασκευές, στους τοίχους της. Περίπου 70 μ. βόρεια του ναού, διατηρούνται 40 μ. ενός μνημειώδους αναλημματικού τοίχου σε ύψος σχεδόν τεσσάρων μέτρων. Αυτός ο τοίχος μπορεί να έχει σηματοδοτήσει την έκταση του τεμένους, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχουν διαθέσιμα περαιτέρω στοιχεία.

Πιο κοντά στο Μπίστι βρίσκεται μια τρίκλιτη βασιλική από τον 5ο αιώνα μ.Χ. με μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Το κτήριο ανασκάφηκε ήδη τη δεκαετία του 1950 από τον Ευστάθιο Στίκα, ο οποίος βρήκε αρκετά καλά διατηρημένα ψηφιδωτά. Έχει υποτεθεί ότι μια παρακείμενη κατασκευή ήταν το ανάκτορο του επισκόπου. Το μέγεθος και η διακόσμηση των κατασκευών μαρτυρούν την ευημερία της Ερμιόνης εκείνη την περίοδο.

Στο ανατολικό άκρο της σύγχρονης Ερμιόνης, κοντά στο σημείο όπου ο λόφος του Πρώνα υψώνεται απότομα, είναι ορατό ένα τμήμα πολυγωνικού οχυρωματικού τείχους, μήκους 18 μέτρων. Αυτό πιθανότατα αποτελούσε μέρος των Κλασικών-Ελληνιστικών οχυρώσεων της πόλης και χρησίμευσε ως θεμέλιο του τείχους  και ίσως μιας ράμπας που οδηγούσε σε μια πύλη. Πέρα από αυτήν την πύλη, ξεκινούσε η περιοχή έξω από την πόλη της Ερμιόνης με έναν αρχαίο δρόμο που ακολουθούσε τους βόρειους πρόποδες του λόφου του Πρώνα. Σήμερα έχουν ανακαλυφθεί τα κατάλοιπα αυτού του δρόμου, η νεκρόπολη της πόλης και το ρωμαϊκό υδραγωγείο του 2ου αιώνα μ.Χ. Το τελευταίο έχει μήκος τριών χλμ. με υπολογισμένη ημερήσια απόδοση νερού περίπου τα 500 m3, καθιστώντας το μικρό σε σύγκριση με άλλα σύγχρονα υδραγωγεία στην Πελοπόννησο. Ωστόσο, για μια πόλη τέτοιου μεγέθους όπως η Ρωμαϊκή Ερμιόνη, θα πρέπει να αποτελούσε μια σημαντική και πολύτιμη πηγή νερού.

Bιβλιογραφία

Αρχαιολογικά ερευνητικά προγράμματα: Ερμιόνη

Έρευνα/ Ερευνητικά προγράμματα

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies με στόχο την βελτιστοποίηση της online εμπειρίας σας

Περισσότερα