Μπερμπάτι, Αργολίδα (1935–1938, 1953, 1959, 1988–1990, 1994–1995, 1997, 1999)

Δημοσιευμένο: 2020-10-23

<p>Εικ. 1: Χάρτης εξεχόντων περιοχών στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).</p>

Εικ. 1: Χάρτης εξεχόντων περιοχών στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Σουηδοί αρχαιολόγοι έχουν πραγματοποιήσει εργασίες πεδίου μέσα και γύρω από την κοιλάδα του Μπερμπατίου στην Αργολίδα της Πελοποννήσου από το 1930. Αρχικά οι εργασίες επικεντρώθηκαν σε ανασκαφές στο δυτικό τμήμα της ίδιας της κοιλάδας του Μπερμπατίου, αλλά αργότερα οι έρευνες ήρθαν να ενσωματώσουν επίσης τις κοιλάδες των Λιμνών και του Μίγιου που βρίσκονται στα ανατολικά. Η ερευνώμενη περιοχή περιβάλλεται από ψηλά βουνά και οριοθετείται σαφώς από τον περιβάλλοντα χώρο. Στα νότια, πάνω από την οροσειρά της Εύβοιας βρίσκεται η πεδιάδα της Αργολίδας και στα δυτικά οι Μυκήνες είναι προσβάσιμες μέσω ενός περάσματος μεταξύ των βουνών Ζάρα και Προφήτη Ηλία. Στα βόρεια και πάνω από την Ψηλή Ράχη βρίσκεται η κοιλάδα του Αγιονορίου, ενώ η περιοχή στα ανατολικά των κοιλάδων των Λιμνών και του Μίγιου κυριαρχείται από ψηλά βουνά. Λόγω της τοποθεσίας μεταξύ Κορίνθου και Αργολίδας, οι τρεις κοιλάδες έχουν περιγραφεί ως παραμεθόρια περιοχή, η οποία ανά χιλιετίες κυριαρχείται από τη μία ή την άλλη από τις δύο πόλεις.

Εργασίες πεδίου

Οι σουηδικές εργασίες πεδίου στο Μπερμπάτι ξεκίνησαν το 1934 όταν οι Axel W. Persson, Gösta Säflund και Erik J. Holmberg αναζητούσαν πιθανές ανασκαφικές τοποθεσίες και βρήκαν τον πολλά υποσχόμενο προϊστορικό χώρο του Μαστού (με τη βοήθεια του επικεφαλή του Persson στα Δενδρά). Την επόμενη χρονιά ο Persson ανέσκαψε τον θολωτό τάφο (Findspot 515) ενώ ο Holmberg διερεύνησε έναν θαλαμωτό τάφο (Findspot 514). Το 1936 ο Persson και ο Åke Åkerström άρχισαν να εξερευνούν την ανατολική πλαγιά του λόφου του Μαστού, αργότερα γνωστή ως  Συνοικία του Κεραμέα. Ο Persson άνοιξε επίσης δοκιμαστικές τάφρους στο Ρωμαϊκό Λουτρό (Findspot 500). Από την άλλη πλευρά, ο Säflund εξερεύνησε τη Δυτική Νεκρόπολη στα βορειοδυτικά του Μαστού. Το 1937 ο Säflund έστρεψε το ενδιαφέρον του στη νότια πλαγιά του Μαστού, όπου βρήκε έναν Πρωτοελλαδικό–Μεσοελλαδικό οικισμό. Ο Persson συνέχισε να εργάζεται στη Συνοικία του Κεραμέα την περίοδο 1937–1938. Μετά από αυτές τις αρχικές ανασκαφές, οι εργασίες στην κοιλάδα δεν συνεχίστηκαν παρά μόνο μετά τον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο Åkerström συνέχισε τις έρευνές του στο Μαστό το 1953, με μια σύντομη τελική σεζόν το 1959.

Εικ. 2: Οι οικισμοί στο λόφο του Μαστού (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 2: Οι οικισμοί στο λόφο του Μαστού (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Οι σουηδικές εργασίες πεδίου στο Μπερμπάτι συνεχίστηκαν σε μεγάλη κλίμακα από την Berit Wells στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Την περίοδο 1988-1990 πραγματοποίησε επιφανειακή έρευνα στην κοιλάδα καθώς και στην ορεινή περιοχή γύρω από το χωριό Λίμνες στα ανατολικά. Το έργο υιοθέτησε με επιτυχία μια μακροπρόθεσμη προοπτική και η Wells έβαλε την ομάδα να συλλέγει υλικό που χρονολογείται από την προϊστορία έως τις αρχές του 19ου αιώνα, εξασφαλίζοντας έτσι μια ασυνήθιστα μακροπρόθεσμη εικόνα της εξέλιξης στην περιοχή.

Από το 1994 και μετά αρκετές αρχαιολογικές θέσεις που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, διερευνήθηκαν ή υποβλήθηκαν σε περαιτέρω τεκμηρίωση στα πλαίσια του προγράμματος Berbati Valley Project, το οποίο στόχευε στη διερεύνηση της αγροτικής οικονομίας της κοιλάδας. Το 1994 ανασκάφηκε ένας Ύστερος Γεωμετρικός - Αρχαϊκός χώρος λατρείας στον θολωτό τάφο, παράλληλα με μια μελέτη του Ύστερου Ρωμαϊκού λουτρού. Από το 1995 το έργο επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην αγροτική οικονομία της κοιλάδας. Παρόλο που είχαν επιλεγεί αρκετά σημεία για την ανασκαφή, μόνο μια στο Πυργούθι (Findspot 506, ο Ελληνιστικός Πύργος) μπόρεσε να πραγματοποιηθεί. Το Berbati Valley Project ολοκληρώθηκε το 1999 με μια εντατική έρευνα του λόφου του Μαστού, η οποία δεν είχε συμπεριληφθεί κατά την έρευνα της περιόδου 1988-1990. Ο στόχος της έρευνας του 1999 ήταν να δοκιμαστούν νέες μέθοδοι δειγματοληψίας πεδίου και ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων.

Τοποθεσίες και ευρήματα

Τα πρώτα κατάλοιπα στις κοιλάδες Μπερμπάτι και Λίμνες χρονολογούνται από τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο (περ. 100.000-35.000 π.Χ.), με έναν περιορισμένο αριθμό λίθινων φολίδων που υποδηλώνουν τακτικές ανθρώπινες επισκέψεις για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα πιο σημαντικά ευρήματα της περιόδου ήταν ένας λίθινος πυρήνας και φολίδες που βρέθηκαν σε ένα στρώμα paleosol, αρχαίου απολιθωμένου εδάφους, και τα οποία ήρθαν στο φως από ένα ρέμα (Findspot 600). Στη συνέχεια, παρατηρείται μια ιδιαίτερη μείωση του υλικού κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο (περ. 30.000–11.000 π.Χ.), την οποία αντιπροσωπεύουν δύο μόνο ευρήματα, ένα μαχαίρι με ράχη και μια ξέστρα. Η έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας εκείνη την περίοδο μπορεί να εξηγηθεί από τη συνεμφάνιση του μεγάλου παγετώνα γύρω στο 18.000 π.Χ., καθιστώντας πιθανώς την αρχαία παράκτια πεδιάδα πιο ‘’ελκυστική’’. Κατά τη διάρκεια της Μεσολιθικής περιόδου έχουν επιβεβαιωθεί δύο τοποθεσίες από περ. 11.000–10.000 π.Χ. (Findspots 200 και 201), και οι δύο βρίσκονται κάτω από κατακόρυφους ασβεστολιθικούς βράχους στο φαράγγι της Κλεισούρας. Από εδώ οι τοποθεσίες αυτές επωφελούνταν από τα ζώα και τα φυτά κατά μήκος του ομώνυμου ρέματος που έρρεε εκεί.

Εικ. 3: Μέσες Παλαιολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 3: Μέσες Παλαιολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 4: Μεσολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 4: Μεσολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Μετά την εγκατάλειψη των Μεσολιθικών τοποθεσιών δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ανθρώπινη δραστηριότητα πριν την Αρχαιότερη και τις αρχές της Μέσης Νεολιθικής περιόδου (περ. 6000-4500 π.Χ.), όταν υπήρχε ένας μεγάλος οικισμός στην κοιλάδα. Ο τόπος κατοικήθηκε ξανά αργότερα στην Τελική Νεολιθική περίοδο (περ. 4500–3000 π.Χ.). Ωστόσο, αυτός δεν ήταν ο μόνος οικισμός στα τέλη της Νεολιθικής εποχής. Συνολικά βρέθηκαν έξι περιοχές από την περίοδο αυτή στην κοιλάδα του Μπερμπατίου και άλλες 13 στην υπόλοιπη ερευνώμενη περιοχή. Αυτές οι τοποθεσίες ήταν αγροτικής φύσης ή δημιουργήθηκαν για ειδικούς σκοπούς, με ενδείξεις που υποδηλώνουν την κτηνοτροφία αιγοπροβάτων. Υπάρχουν επίσης αποδείξεις για την ύπαρξη μιας ιεραρχίας τοποθεσιών με μια αρχαιολογική θέση να βρίσκεται κεντρικά σε καθεμία από τις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου αντίστοιχα (Findspots 400, 39 και 12).

Εικ. 5: Αρχαιότερες και Μέσες Νεολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 5: Αρχαιότερες και Μέσες Νεολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 6: Νεότερες Νεολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 6: Νεότερες Νεολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Ει. 7: Τελικές Νεολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 7: Τελικές Νεολιθικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Από την Πρωτοελλαδική περίοδο (περ. 3100-2000 π.Χ.) είναι γνωστές 21 αρχαιολογικές θέσεις. Τρεις από αυτές (Findspots 39, 40 και 518) ήταν ιδιαίτερα πλούσιες σε υλικό από την Πρωτοελλαδική Ι περίοδο (περ. 3100-2700 π.Χ.). Κατά την επόμενη περίοδο, την Πρωτοελλαδική ΙΙ (περ. 2700-2200 π.Χ.) τρεις άλλες αρχαιολογικές θέσεις αποδείχθηκαν σημαντικές (Findspots 12, 405 και 414). Στην κοιλάδα του Μπερμπατίου ο οικισμός συγκεντρώθηκε στη νότια πλαγιά της Ψηλής Ράχης. Αυτό είχε πολλά πλεονεκτήματα: η τοποθεσία προσέφερε άφθονο ηλιακό φως σε σύγκριση με τις πλαγιές της Εύβοιας, ήταν εύκολο κανείς να δει οποιονδήποτε έμπαινε στην κοιλάδα από το φαράγγι της Κλεισούρας και το εύφορο έδαφος της κοιλάδας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για γεωργία. Ένας αριθμός σαμαρωτών χειρόμυλων, γουδιών και μυλόπετρων ενισχύουν περαιτέρω την άποψη ότι οι κάτοικοι ζούσαν από τη γεωργία. Στην κοιλάδα των Λιμνών, οι οικισμοί συγκεντρώνονταν γύρω από τη Βίγλιζα και ευρήματα παρόμοια με αυτά του Μπερμπατίου υποδηλώνουν περαιτέρω αγροτική δραστηριότητα εδώ, αν και χρησιμοποιούσαν περισσότερο περιθωριοποιημένα εδάφη. Στην κοιλάδα του Μίγιου βρισκόταν ένας οικισμός στα Findspots 12 και 13, που αποδεικνύει τόσο την αγροτική δραστηριότητα όσο και την εξειδίκευση στη βιοτεχνία.

Εικ. 8: Πρωτοελλαδικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 8: Πρωτοελλαδικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Μια τοποθεσία στη νότια πλαγιά του λόφου Μαστού, από την Πρώτο- και Μεσοελλαδική περίοδο (περ. 3100-1600 π.Χ.) έχει εξερευνηθεί ιδιαίτερα καλά μέσω ανασκαφών και μετέπειτα ερευνών. Βρίσκεται στο κέντρο της κοιλάδας του Μπερμπατίου, περίπου 4 χλμ. ανατολικά των Μυκηνών, δίπλα στον ποταμό Αστερίων. Οι ανασκαφές στον Πρωτοελλαδικό (περ. 3100-2700 π.Χ.) οικισμό αποκάλυψαν δύο συγκροτήματα κατοικιών, ένα πέτρινο πεζοδρόμιο και αρκετούς βόθρους (λάκκους για προσφορές αναθημάτων). Σε ένα από αυτά τα συγκροτήματα, Οικία R-B, βρέθηκαν ένας ανθρώπινος σκελετός και ένα χάλκινο στιλέτο, ενώ η οικία N-P ​​περιείχε τρεις πίθους (μεγάλα δοχεία αποθήκευσης) in situ, καθώς και θραύσματα από δύο ακόμη. Αυτός ο αρχαίος οικισμός καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ περιόδου (2200-2000 π.Χ.) από μια μεγάλη πυρκαγιά, δημιουργώντας ένα στρώμα καταστροφής πάχους 20-30 εκ. Ο ακόλουθος Μεσοελλαδικός οικισμός ήταν πολύ λιγότερο καλά διατηρημένος με μερικά θραύσματα τοίχων και κεραμικό υλικό, καθώς και δύο τάφους.

Εικ. 9: Ο λόφος του Μαστού.

Εικ. 9: Ο λόφος του Μαστού.

Στην Υστεροελλαδική Ι (περ. 1600–1500 π.Χ.) κατοικήθηκε μόνο ο λόφος του Μαστού και έχει προταθεί ότι το Μπερμπάτι ήταν ένα μικρό αλλά ανεξάρτητο αρχηγείο, κρίνοντας από την ύπαρξη ενός θολωτού τάφου (Findspot 515). Μετά από αυτήν την περίοδο, το υλικό υποδεικνύει μια κορύφωση δραστηριότητας ανάμεσα στα τέλη της Υστεροελλαδικής IIIA2 (περ. 1370–1300 π.Χ.) και της Υστεροελλαδικής IIIB περιόδου (περ. 1300–1190 π.Χ.) με μια ιδιαίτερη αλλαγή στο μοτίβο του τοπίου προς τη δυτική πλευρά της κοιλάδας. Από τους οικισμούς, το Findspot 14 ήταν η μεγαλύτερη περιοχή με έκταση 6 εκταρίων. Συγκριτικά, η δεύτερη μεγαλύτερη είναι μόλις 0,4 εκτάρια (Findspot 44). Οι τάφοι κυριαρχούνται από θαλαμωτούς τάφους, πολλοί από τους οποίους έχουν καταστραφεί από τη σύγχρονη αγροτική δραστηριότητα. Μετά την Υστεροελλαδική IIIB περίοδο, υπάρχει μια ξεκάθαρη μείωση του υλικού από την Υστεροελλαδική IIIB2, συνεχίζοντας στην επόμενη Υστεροελλαδική IIIC περίοδο. Αυτό υποδηλώνει ότι η ευημερία της κοιλάδας ήταν στενά συνδεδεμένη με εκείνη των Μυκηνών, στην οποία εξήγαγε προϊόντα όπως τρόφιμα, μαλλί και κεραμική. Ένας δρόμος (μια από τις γέφυρες του φαίνεται στο SM 2) διευκόλυνε τη μεταφορά εμπορευμάτων από το Μπερμπάτι προς τις Μυκήνες.

Εικ. 10: Υστεροελλαδικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 10: Υστεροελλαδικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 11: Μυκηναϊκός δρόμος που οδηγεί στην κοιλάδα του Μπερμπατίου.

Εικ. 11: Μυκηναϊκός δρόμος που οδηγεί στην κοιλάδα του Μπερμπατίου.

Ο θολωτός τάφος (Findspot 515) βρίσκεται περίπου 500 μ. βόρεια του λόφου του Μαστού και είναι κτισμένος σε μια απότομη πλαγιά από πωρόλιθους. Ο δρόμος του, η είσοδος, είχε μήκος 8 μ. και πλάτος 2,5 μ. με τοίχους από πλάκες ασβεστόλιθου. Το στόμιο, η πύλη, έχει ύψος πάνω από 3 μ. και βάθος σχεδόν 4 μ., με πλάτος μεταξύ 1,40 και 1,70 μ. Η εξωτερική όψη του στομίου ήταν κατασκευασμένη από καλά λαξευμένους πωρόλιθους, δημιουργώντας μια μνημειώδη πρόσοψη. Όταν βρέθηκε η πύλη ήταν ακόμα σφραγισμένη από έναν τοίχο με ξερολιθιά. Η θόλος, ο θάλαμος σε σχήμα κυψέλης, είχε διάμετρο 8 μ. Αν και το άνω μέρος της θόλου κατέρρευσε ήδη από τη Γεωμετρική εποχή (περ. 900-700 π.Χ.), μελέτες δείχνουν ότι είχε ύψος περίπου 8 μ. Η επιφάνεια του ταφικού θαλάμου καλύφθηκε από κονίαμα με άνοιγμα για μια μόνο ταφή. Παρόλο που ο τάφος λεηλατήθηκε κατά την αρχαιότητα, η εύρεση κεραμικής ανακτορικού ρυθμού καθώς και άλλων κεραμικών, καθιστά δυνατή τη χρονολόγηση του τάφου στην Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο (περ. 1500–1390 π.Χ.). Κεραμική της Ύστερης Γεωμετρικής (περ. 760-700 π.Χ.) και της Ύστερης Ρωμαϊκής εποχής (περ. 300–500 μ.Χ.) μαρτυρά την επαναχρησιμοποίηση του θολωτού τάφου ως χώρο λατρείας σε μεταγενέστερες περιόδους.

Εικ. 12: Υστεροελλαδικός ΙΙ θολωτός τάφος στην κοιλάδα του Μπερμπατίου.

Εικ. 12: Υστεροελλαδικός ΙΙ θολωτός τάφος στην κοιλάδα του Μπερμπατίου.

Όπως και την Πρώτο- και τη Μεσοελλαδική περίοδο, ο λόφος του Μαστού κατοικήθηκε κατά την Υστεροελλαδική περίοδο (περ. 1600-1070 π.Χ.). Ωστόσο, τώρα η δραστηριότητα έλαβε χώρα στη λεγόμενη Συνοικία του Κεραμέα στην ανατολική πλαγιά. Η πιο εντυπωσιακή κατασκευή εδώ ήταν ο κλίβανος και οι δύο αποθέτες κεραμικής, που χρονολογούνται από τη μετάβαση μεταξύ Υστεροελλαδικής II και Υστεροελλαδικής IIIA1 περιόδου (περ. 1400 π.Χ.). Οι αναλύσεις της σύνθεσης του υλικού έχουν δείξει ότι οι πηλοί είναι συμβατοί με πηγές πηλού από την ευρύτερη περιοχή του Μπερμπατίου και των Μυκηνών, δηλ. τοπικά εξορυγμένος. Σε αντίθεση με αυτό, τα αγγεία που παράχθηκαν στο Μαστό έχουν βρεθεί τόσο μακριά όσο στην Κύπρο και στον Λεβάντε.

Μετά την Υστεροελλαδική περίοδο (περ. 1600–1070 π.Χ.) οι περιοχές που ερευνήθηκαν είχαν εγκαταλειφθεί, με υπερβολικά λίγα ευρήματα. Υπάρχουν μόνο δύο εξαιρέσεις: μια αδημοσίευτη ομάδα αγγείων από έναν τάφο σε άγνωστη τοποθεσία που χρονολογείται στην Πρώιμη Γεωμετρική ΙΙ περίοδο (περ. 875-850 π.Χ.) και ένας δεύτερος τάφος που περιείχε έναν μεγάλο αριθμό αγγείων που χρονολογούνται στη Μέση Γεωμετρική Ι περίοδο (περ. 850 –800 π.Χ.). Μόλις το 750 π.Χ. σημειώνεται ανανέωση της δραστηριότητας στην κοιλάδα του Μπερμπατίου. Ωστόσο, αυτό συγκεντρώνεται σε μια σχετικά μικρή περιοχή στα βορειοδυτικά με τα Findspots 20 και 24 να είναι τα πιο σημαντικά. Στα ανατολικά, στην περιοχή των Λιμνών, το υλικό είναι πολύ διάσπαρτο για να θεωρηθεί απόδειξη ύπαρξης οικισμών. Γενικά, το υλικό έχει υποδείξει στους μελετητές ότι η περιοχή κατοικήθηκε ξανά από ανθρώπους που ζούσαν γύρω από τις Μυκήνες.

Το μοτίβο κατά την Πρώιμη και τη Μέση Αρχαϊκή περίοδο (περ. 700-525 π.Χ.) ακολουθεί στενά αυτό κατά την Ύστερη Γεωμετρική εποχή (περ. 760-700 π.Χ.), αν και με λιγότερο υλικό εξαπλωμένο σε μεγαλύτερο αριθμό αρχαιολογικών θέσεων. Αυτό έχει ερμηνευτεί ως πιθανό σημάδι μείωσης του πληθυσμού ή μεθοδολογικών δυσκολιών στον εντοπισμό της τοπικής Αρχαϊκής κεραμικής. Ορισμένες παλαιότερες τοποθεσίες παραμένουν επίσης κατοικημένες, π.χ. Findspots 20 και 24. Το υλικό από την Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο (περ. 525–480 π.Χ.) υποδεικνύει μια ιδιαίτερη αύξηση του πληθυσμού.

Εικ. 13: Ύστερες Γεωμετρικές και Αρχαϊκές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 13: Ύστερες Γεωμετρικές και Αρχαϊκές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Μια από τις σημαντικότερες θέσεις της Ύστερης Γεωμετρικής και Αρχαϊκής περιόδου ήταν ο χώρος λατρείας στον Υστεροελλαδικό II θολωτό τάφο. Το υλικό εδώ υποδηλώνει ότι ο χώρος του τάφου επαναχρησιμοποιήθηκε ως θρησκευτικός χώρος από την Ύστερη Γεωμετρική ΙΙ περίοδο (περ. 735-700 π.Χ.) έως τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. Ενώ η ακριβής φύση της λατρείας είναι άγνωστη, συνήθως ερμηνεύεται ως ηρωική ή ταφική λατρεία. Παρόμοιες λατρείες σε αρχαίους θολωτούς τάφους είναι γνωστές από άλλες περιοχές της Αργολίδας καθώς και από τον υπόλοιπο μυκηναϊκό κόσμο.

Μετά τη μείωση του πληθυσμού κατά την Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο, φαίνεται ότι σημειώθηκε μια σημαντική επαναποίκηση περίπου στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. Αρχικά κατοικήθηκε η κεντρική περιοχή της κοιλάδας του Μπερμπατίου (ανατολικά του Ύστερου Ρωμαϊκού λουτρού) με μια ιδιαίτερη αρχαιολογική θέση (Findspot 426) στα δυτικά. Δύο από τις αρχαιολογικές θέσεις της περιόδου (Findspots 405 και 406) μπορεί να έχουν σχηματίσει ένα καταφύγιο σε περιόδους κρίσης. Υπήρχε αρκετά λιγότερη δραστηριότητα στην κοιλάδα των Λιμνών στα ανατολικά, η οποία ωστόσο περιλάμβανε ένα φρούριο στο Findspot 42 στο λόφο της Βίγλιζας. Η περίοδος αιχμής της κατοίκησης λαμβάνει χώρα στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. με αυξημένη πυκνότητα οικισμού στην ήδη εγκατεστημένη περιοχή, καθώς και νέες τοποθεσίες στα δυτικά και στις δύο πλευρές του φαραγγιού Κεφαλάρι. Υπήρχαν επίσης μερικές τοποθεσίες γύρω από το λόφο του Μαστού.

Εικ. 14: Κλασικές και Ελληνιστικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 14: Κλασικές και Ελληνιστικές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι τοποθεσίες ήταν αγροτικής φύσης με λίγες εξαιρέσεις, όπως το καταφύγιο στο Findspots 405 και 406 και το οχυρό της Βίγλιζας στο Findspot 42. Ορισμένες άλλες εξαιρέσεις είναι δύο πιθανά ιερά (Findspot 409 και ένα στο σύγχρονο νεκροταφείο ανατολικά του Ρωμαϊκού λουτρού) καθώς και τρεις πύργοι (Findspots 19 και 506, και το Όρθιο Μνημείο 8), που πιθανότατα κατασκευάστηκαν περίπου το 300 π.Χ. Έχουν διαστάσεις 6×6 μ. και κατασκευάστηκαν σε ένα τραχύ πολυγωνικό στιλ τοιχοποιίας. Ένα από αυτά, ο πύργος του Πυργούθι (Findspot 506), ανασκάφηκε για να διερευνηθεί η αγροτική δραστηριότητα σε μεγαλύτερο βάθος από αυτό που είναι δυνατό μέσω μιας επιτόπιας έρευνας. Η έρευνα αποκάλυψε σκόρπια ευρήματα από την Εποχή του Χαλκού, ενώ ο παλαιότερος οικισμός στον πύργο χρονολογείται στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περ. 900-850 π.Χ.), πιθανόν με μια συνέχεια στην Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο (περ. 700-600 π.Χ.). Από την επόμενη περίοδο, εντοπίστηκαν δύο κεραμικοί κλίβανοι, που χρησιμοποιήθηκαν τον 5ο αιώνα π.Χ. αλλά εγκαταλείφθηκαν γρήγορα. Ο πύργος, τα κατάλοιπα του οποίου παραμένουν ορατά μέχρι και σήμερα, κατασκευάστηκε περίπου το 300 π.Χ., αλλά δεν παρέμεινε σε χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως αποδεικνύεται από την έλλειψη πολλών από τους πιο χαρακτηριστικούς Ελληνιστικούς (323-31 π.Χ.) τύπους κεραμικής. Στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. ο πύργος ανακατασκευάστηκε και ένα κτήριο με σχετικά μεγάλα δωμάτια κατασκευάστηκε αμέσως στα δυτικά. Όπως και με τις προηγούμενες φάσεις, δεν κράτησε πολύ. Τελικά, ο πύργος κατοικήθηκε ξανά στην Ύστερη Αρχαιότητα, όταν μετατράπηκε σε μια μεγάλη αγροικία κάποια στιγμή ανάμεσα στον 6ο  και στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ.

Εικ. 15: Ο πύργος του Πυργούθι στην κοιλάδα του Μπερμπατίου, περ. 300 π.Χ. (Findspot 506).

Εικ. 15: Ο πύργος του Πυργούθι στην κοιλάδα του Μπερμπατίου, περ. 300 π.Χ. (Findspot 506).

Από τον 2ο αιώνα π.Χ. και μετά παρατηρείται και πάλι μια γενική μείωση του αριθμού των αρχαιολογικών θέσεων εντός της περιοχής έρευνας. Το αρχαιότερο ρωμαϊκό υλικό χρονολογείται στον 1ο αιώνα μ.Χ., με την πλειονότητα των ευρημάτων ωστόσο να προέρχονται από τον 4ο αιώνα μ.Χ. και στη συνέχεια από τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Σε γενικές γραμμές, η δραστηριότητα κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων αντανακλά εκείνη σε άλλες περιοχές της Ελλάδας εκείνη την εποχή. Στην Πρώιμη και τη Μέση Ρωμαϊκή εποχή (τέλη 1ου αιώνα π.Χ. – 3ος αιώνας μ.Χ.) ήταν πιθανώς προτιμώμενη η αστική ζωή ενώ οι ενοικιαστές ή οι σκλάβοι εργάζονταν στη γη. Αυτό άλλαξε στην Ύστερη Ρωμαϊκή εποχή (περ. 300-500 π.Χ.) όταν η ζωή σε αγρεπαύλεις έγινε πιο δημοφιλής, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας τάξης δουλοπάροικων.

Όσον αφορά το μοτίβο οικισμού, είναι σαφές ότι οι Ρωμαϊκοί χώροι βρίσκονταν κυρίως στο βάθος της κοιλάδας και όχι στις πλαγιές των λόφων όπως σε προηγούμενες περιόδους. Ο μεγαλύτερος χώρος είναι μια βίλα που καλύπτει 450×250 μ. με βοηθητικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται γύρω από το ακόμη ορατό Ρωμαϊκό λουτρό στο κέντρο της κοιλάδας. Υπάρχουν επιπλέον στοιχεία για ένα συγκρότημα αγροκτημάτων με μια ή περισσότερες φάρμες στη δυτική περιοχή του Μπερμπατίου, γύρω από το Findspot 522. Ένα άλλο αγρόκτημα πιθανώς βρισκόταν στην άλλη πλευρά του φαραγγιού στο Findspot 517 και στοιχεία για την Ύστερη Ρωμαϊκή βιομηχανική δραστηριότητα εντοπίστηκαν κοντά στο Μαστό με τη μορφή ενός πιθανού νερόμυλου στο Findspot 420. Μια τόσο μεγάλη επένδυση δείχνει ότι η αγροτική παραγωγή στην κοιλάδα ήταν σημαντική.

Εικ. 16: Ρωμαϊκές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 16: Ρωμαϊκές τοποθεσίες στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Μεταξύ των αναγνωρισμένων τοποθεσιών, ξεχωρίζουν τρία διατηρημένα ρωμαϊκά κτήρια: το λουτρό (FS 500), ένας μεγάλος ταμιευτήρας (SM 10, που συχνά λανθασμένα αποκαλείται δεξαμενή) καθώς και ένα Υπόγειο (SM 13). Το λουτρό αναγνωρίστηκε ως τέτοιο από τα ευρήματα διαχωριστικών στοιχείων στο χώρο, που χρησιμοποιήθηκαν για τη στερέωση πλακιδίων σε απόσταση από τον τοίχο για να αφήνουν τον ζεστό αέρα να περνάει. Κατασκευασμένο περίπου το 300 μ.Χ., τα σημερινά κατάλοιπα στέκονται σε ύψος 3 μ., με άλλα 2,5 μ. κρυμμένα κάτω από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους. Αρχικά η κατασκευή μπορεί να είχε ύψος σχεδόν 10 μ. και να κάλυπτε μια επιφάνεια τουλάχιστον 25×25 μ. Όπως ήταν συνηθισμένο για τα ρωμαϊκά λουτρά, ήταν κατασκευασμένο από πλίνθους με κονίαμα και αργόλιθους, ενώ οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με τοιχογραφίες και τα πατώματα ήταν διακοσμημένα με πολύχρωμα ψηφιδωτά, τα οποία μαζί δημιουργούσαν μια πλούσια ατμόσφαιρα. Σε κοντινή απόσταση, στο Findspot 503, κατάλοιπα ψηφιδωτών, πλάκες μαρμαροθετήματος καθώς και βαμμένα θραύσματα τοίχων υποδεικνύουν ότι αυτός ήταν ο χώρος διαμονής των κατοίκων της αγρέπαυλης, στην οποία ανήκε το λουτρό. Προφανώς η αγρέπαυλη εκτείνονταν προς τα βόρεια, όπου ένα τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου είναι ορατό στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη (Findspot 502).

FΕικ. 17: Το Ρωμαϊκό λουτρό στην κοιλάδα του Μπερμπατίου.

Εικ. 17: Το Ρωμαϊκό λουτρό στην κοιλάδα του Μπερμπατίου.

Ο ταμιευτήρας (SM 10) βρίσκεται περ. 350 μ. στα βόρεια του λουτρού και σε υψόμετρο 20 μ. Με διαστάσεις 30×17 μ. με τοίχους διατηρημένους σε ύψος 3,6 μ., θα μπορούσε να κρατήσει όγκο σχεδόν 2.000 m3. Στο εξωτερικό κατασκευάστηκαν αρκετές καμάρες για να συγκρατήσουν την πίεση στους τοίχους, ενώ το εσωτερικό ήταν εξοπλισμένο με τουλάχιστον δύο στρώσεις αδιάβροχης επένδυσης. Η παροχή νερού γινόταν μέσω αγωγού τερακότας, πιθανώς από μια κοντινή πηγή.

Το Υπόγειο βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας του Μπερμπατίου, ακριβώς δυτικά της εκκλησίας της Παναγίας. Η κατασκευή αποτελείται από δύο θαλάμους που κάποτε ήταν στεγασμένοι. Ο πρώτος ήταν πιθανώς ένας προθάλαμος, καθώς ο δεύτερος περιείχε πέντε κιβωτιόσχημους τάφους σκαμμένους σε βράχο. Όταν αρχικά ερευνήθηκε από τον Persson τη δεκαετία του 1930, βρέθηκαν λείψανα 24 ανθρώπων. Αν και οι ταφές λεηλατήθηκαν, έμειναν κάποια αντικείμενα, όπως ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μερικοί λύχνοι και κάποια αγγεία. Περαιτέρω τομές στο βραχώδες υπόστρωμα στην περιοχή μπορεί να είναι τα κατάλοιπα άλλων τάφων, οι οποίοι σήμερα έχουν καταστραφεί ολοσχερώς.

Την περίοδο γύρω στο 500 και 700 μ.Χ., η κατοίκηση συνεχίστηκε στο βάθος της κοιλάδας, κοντά σε πηγές νερού, και οι περισσότερες τοποθεσίες είχαν ρωμαϊκό υπόβαθρο. Η ρωμαϊκή αγρέπαυλη κοντά στο λουτρό διασώθηκε, αν και σε μικρότερο βαθμό. Οι περισσότερες νέες αρχαιολογικές θέσεις, όπως π.χ. τα Findspots 36, 404 και 511, βρίσκονταν κοντά σε παλαιότερες τοποθεσίες. Φαίνεται λοιπόν ότι τα παλιά πρότυπα κατοίκησης συνεχίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο, η έλλειψη περίτεχνων κεραμικών ειδών δείχνει ότι οι κοιλάδες γίνονταν τώρα όλο και πιο απομονωμένες. Το υλικό των επόμενων τεσσάρων αιώνων (περ. 700–1100 μ.Χ.) υποδεικνύει πολύ λιγότερη δραστηριότητα, αν και υπάρχουν ενδείξεις επανεγκατάστασης στην κοιλάδα του Μίγιου. Αυτή η γενική παρακμή έχει συνδεθεί με την ταραχώδη εικόνα των καιρών που προβάλλεται σε ιστορικές πηγές με επιδημίες, εχθρικές εισβολές και την απειλή των πειρατών.

Εικ. 18: Τοποθεσίες από περ. 500–700 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 18: Τοποθεσίες από περ. 500–700 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 19: Τοποθεσίες από περ. 700–1100 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 19: Τοποθεσίες από περ. 700–1100 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Γύρω στο 1100 μ.Χ. η τύχη της περιοχής του Μπερμπατίου άλλαξε. Αυτό μπορεί να συνδεθεί με την Κόρινθο που έγινε η πρωτεύουσα του Βυζαντινού θέματος (ο πρωταρχικός στρατιωτικός και διοικητικός διαχωρισμός στη Μέση Βυζαντινή εποχή) της Πελοποννήσου κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ., η ευημερία του οποίου εξαπλώθηκε αργά στην περιοχή. Στην κοιλάδα του Μπερμπατίου, το βάθος της κοιλάδας ήταν ακόμα η προτιμώμενη περιοχή κατοίκησης, αλλά οι περισσότερες τοποθεσίες βρίσκονταν τώρα λίγο πιο δυτικά σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες. Οι οικισμοί φαίνεται επίσης να είναι γενικά μεγαλύτεροι σε μέγεθος και περιλαμβάνουν περισσότερα findspots. Στην κοιλάδα του Μίγιου ένας μοναδικός οικισμός, το Findspot 13, κυριάρχησε στην περιοχή. Η οικονομία στην περιοχή φαίνεται να βασίστηκε στην παραγωγή σιτηρών όπως μαρτυρούν τα ευρήματα πολλών χειρόμυλων, ενώ ορισμένα ελαιοτριβεία μαρτυρούν την παραγωγή λαδιού.

Εικ. 20: Τοποθεσίες από περ. 1100–1400 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 20: Τοποθεσίες από περ. 1100–1400 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Κάποια στιγμή μετά το 1400 μ.Χ., η τύχη της κοιλάδας άλλαξε ξανά. Στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας μόνο το Findspot 17 συνεχίζει στον 15ο αιώνα μ.Χ., ενώ η επιβίωση των Findspots 3, 4, 6 και 519 είναι λιγότερο σίγουρη. Το παλιό χωριό, γύρω από το Findspot 418, εγκαταλείφθηκε σιγά σιγά έως ότου ερημώθηκε γύρω στο 1700 μ.Χ. καθώς οι χωρικοί κατέφυγαν στην δεντρόφυτη περιοχή γύρω από τη σύγχρονη Πρόσυμνα. Οι αλλαγές μεταξύ περ. το 1400 και το 1700 μ.Χ. μπορεί να σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τους πολέμους κατά τη διάρκεια της περιόδου, συχνά με τις πρώτες γραμμές γύρω από την περιοχή του Μπερμπατίου. Υπήρχαν, ωστόσο, νέες ομάδες πληθυσμού. Για παράδειγμα, γύρω  στο 1400 μ.Χ. οι Αλβανοί απέκτησαν πρόσβαση στην Πελοπόννησο. Πολλοί από αυτούς πιθανότατα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που ερευνήθηκε όπως φαίνεται από το γεγονός ότι τα Αρβανίτικα χρησιμοποιούνταν σαν γλώσσα εκεί από τους ηλικιωμένους μέχρι πολύ πρόσφατα. Παρά την εισροή ανθρώπων, οι Βενετοί, οι οποίοι κυριαρχούσαν στην Πελοπόννησο στα τέλη του 17ου αιώνα μ.Χ., ανησυχούσαν για την ευρύτερη πληθυσμιακή μείωση.

Εικ. 21: Τοποθεσίες από περ. 1400–1700 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 21: Τοποθεσίες από περ. 1400–1700 μ.Χ. στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα πραγματοποιήθηκε επανεποίκιση στις κοιλάδες Μπερμπατίου, Λιμνών και Μίγιου με την περιοχή να κυριαρχείται από τα χωριά Πρόσυμνα και Λίμνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι κοιλάδες ήταν υπό τον έλεγχο της Κορίνθου, και η κοιλάδα του Μπερμπατίου έλαβε το σημερινό της όνομα από το ομώνυμο χωριό, σήμερα Πρόσυμνα. Τα ευρήματα από το 1700 έως την Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι διάσπαρτα και μπορεί να θεωρηθούν ως υλικό γενικού υπόβαθρου αντί για ένδειξη κατοίκησης. Ενδεχομένως ολόκληρο το Μπερμπάτι ανήκε σε ένα μεγάλο τουρκικό κτήμα. Την περίοδο της Επανάστασης 1821-1829, η περιοχή λέγεται ότι ανήκε σε μικρό αριθμό ατόμων. Το 1833 δεν ζούσαν περισσότεροι από 236 άνθρωποι στο Μπερμπάτι, ενώ οι Λίμνες είχαν πληθυσμό 859 ατόμων.

Εικ. 22: Τοποθεσίες από περ. 1700 μ.Χ. έως τις αρχές του 19ου αιώνα στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Εικ. 22: Τοποθεσίες από περ. 1700 μ.Χ. έως τις αρχές του 19ου αιώνα στις κοιλάδες του Μπερμπατίου, των Λιμνών και του Μίγιου (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Βιβλιογραφία

Åkerström, Å. 1938 ‘Peloponnes. Berbati’, AA, 552–554, 557.

Åkerström, Å. 1940. ‘Das mykenische Törperviertel in Berbati in der Argolis’, in VI. internationaler Kongress für Archäologie, Berlin 21–26. August 1939, Bericht, Berlin, 296–298.

Åkerström, Å. 1952. ‘En mykensk krukmakares verkstad. Från de svenska utgrävningarna

i Grekland åren 1935–1938’, in Arkeologiska forskningar och fynd. Studier utgivna med anledning av H.M. Konung Gustaf VI Adolfs sjuttioårsdag 11.11. 1952, Stockholm, 32–46.

Åkerström, Å. 1968 ‘A Mycenaean potter’s factory at Berbati near Mycenae’, in Atti

e memorie del 1° congresso internazionale di micenologia Roma 27 settembre–3 octobre 1967, 1 (Incunabula Graeca, 25:1), Roma, 48–53.

Åkerström, Å. 1992. ‘Furumark’s type 279 - a reality or not?’, OpAth 19, 163-166.

Åkerström, Å. 1987. Berbati. Vol. 2. The pictorial pottery (ActaAth-4°, 36), Stockholm.

Ekroth, G. 2013. ‘Between bronze and clay. The origin of an Argive, Archaic votive shape’, in Forgerons, élites et voyageurs d’Homère à nos jours. Hommages en mémoire d’Isabelle Ratinaud-Lachkar (La pierre & l’écrit), eds. M.-C. Ferriès, M.P. Castiglioni & F. Letoublon, Grenoble, 63-77.

Forsén, J. 2002. ‘The Early Bronze Age at Berbati’, in New research on old material from Asine and Berbati. In celebration of the fiftieth anniversary of the Swedish Institute at Athens (ActaAth-8°, 17), ed. B. Wells, 2002, 135–139.

Holmberg, E.J. 1983. A Mycenaean chamber tomb near Berbati in Argolis (Acta Regiae Societatis scientiarum et litterarum Gothoburgensis. Humaniora, 21), Göteborg.

Hjohlman, J. A. Penttinen & B. Wells 2005. Pyrgouthi: a rural site in the Berbati Valley from the Early Iron Age to Late Antiquity. Excavations by the Swedish Institute at Athens 1995 and 1997 (ActaAth-4°, 52), Stockholm.

Person, A.W. & Å. Åkerström 1938. Zwei mykenische Hausaltäre in Berbati (Kungl. Humanistiska vetenskapssamfundets i Lund årsberättelse 1937/1938:3), Lund.

Petrović, N. 2009 ‘Mycenaean animal figurines from Mastos, Berbati’, in Encounters with Mycenaean figures and figurines. Papers presented at a seminar at the Swedish Institute at Athens, 27–29 April 2001 (ActaAth-8°, 20), ed. A.-L. Schallin in collaboration with P. Pakkanen, Stockholm, 77–84.

Säflund, G. 1965. Excavations at Berbati 1936-1937 (Stockholm studies in classical archaeology, 4), Stockholm.

Schallin, A.-L. 1997. ‘The Late Bronze Age potter’s workshop at Mastos in the Berbati Valley’, in Trade and production in premonetary Greece. Production and the craftsman. Proceedings of the 4th and 5th International Workshops, Athens 1994 and 1995 (SIMA-PB, 143), eds. C. Gillis, C. Risberg & B. Sjöberg, Jonsered, 73–88.

Schallin 2002 A.-L. Schallin, ‘Pots for sale. The Late Helladic IIIA and IIIB ceramic production at Berbati’, in New research on old material from Asine and Berbati. Celebration of the fiftieth anniversary of the Swedish Institute at Athens (ActaAth-8º, 17), ed. B. Wells, Stockholm, 141–155.

Santillo Frizell, B. 1984. ‘The tholos tomb at Berbati’, OpAth 15, 24-55.                              

Wells, B. 1992. ‘Rapport från Berbati-Limnesprojektet’, Hellenika 60, 1992, 25–27.

Wells, B. 2002. ‘The kontoporeía. A route from Argos to Korinth’, in Ancient history matters. Studies presented to Jen Erik Skydsgaard on his seventieth birthday (ARID, Suppl. 30), eds. K. Ascani, V. Gabrielsen, K. Kvist & A. Holm Rasmussen, Roma, 69–76.

Wells, B. G. Ekroth & K. Holmgren 1996. ‘The Berbati Valley Project: the 1994 season. Excavations by the tholos tomb’, Opuscula Atheniensia 21, 189-209.

Wells, B. & M. Lindblom (eds.) 2011. Mastos in the Berbati valley: an intensive archaeological survey (ActaAth-4°, 54), Stockholm.

Wells, B. & C. Runnels 1996. The Berbati-Limnes archaeological survey 1988-1990 (ActaAth-4°, 44), Stockholm.

Wells, B., C. Runnels & E. Zangger 1990. ‘The Berbati-Limnes archaeological survey. The 1988 season’, OpAth 18, 207–238.

Weiberg, E. 2009. ‘Production of female figurines at Mastos, Berbati’, in Encounters with Mycenaean figures and figurines. Papers presented at a seminar at the Swedish Institute at Athens,  7–29 April 2001 (ActaAth-8°, 20), ed. A.-L. Schallin in collaboration with P. Pakkanen, Stockholm, 61–75.

Whitbread, I., M. Ponting & B. Wells 2007, ‘Temporal patterns in ceramic production in the Berbati Valley, Greece’, JFA 32, 177–193.

 

Αρχαιολογικά ερευνητικά προγράμματα: Μπερμπάτι

Έρευνα/ Ερευνητικά προγράμματα

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies με στόχο την βελτιστοποίηση της online εμπειρίας σας

Περισσότερα