en el sv

Καλαυρεία, Πόρος (1894 και 1997 – εν εξελίξει)

Δημοσιευμένο: 05/05/2020

<p>Εικ. 1: Χάρτης της Καλαυρείας (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).</p>

Εικ. 1: Χάρτης της Καλαυρείας (Βασικός χάρτης: δορυφορική εικόνα του Google Maps).

Το Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία βρίσκεται στο νησί του Πόρου στον Σαρωνικό κόλπο και απέχει περίπου 6 χλμ. από την πόλη του νησιού. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται σε ένα οροπέδιο μεταξύ των λόφων του Προφήτη Ηλία και της Βίγλας, και κατέχει κυρίαρχη θέση σε υψόμετρο περίπου 200 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Προς το βορρά φαίνεται η χερσόνησος των Μεθάνων, καθώς και τα νησιά Αγκίστρι και Αίγινα. Από μακρινή απόσταση είναι ορατός τις καλές ημέρες ο Πειραιάς και η ακτογραμμή της Αττικής. Ο επισκέπτης μπορεί προς τα νότια να δει τη θάλασσα με φόντο τις απόκρημνες ακτές της Πελοποννήσου.

Εικ. 2: Θέα προς την Πελοπόννησο και τα Μέθανα από το ιερό.

Εικ. 2: Θέα προς την Πελοπόννησο και τα Μέθανα από το ιερό.

Ανασκαφές

Οι πρώτες ανασκαφές στον χώρο πραγματοποιήθηκαν το 1894 από τους Σουηδούς αρχαιολόγους Sam Wide και Lennart Kjellberg. Δεδομένου ότι τότε δεν υπήρχε Σουηδικό Ινστιτούτο, η έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της δίμηνης περιόδου, οι Σουηδοί ανακάλυψαν σπουδαία αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, όπως αυτά ενός ιερού, και στη νοτιοδυτική πλευρά αυτού, ένας υπαίθριος χώρος που ερμηνεύτηκε ως αγορά από τους Wide και Kjellberg. Αυτός ο χώρος περιβαλλόταν από τέσσερις στοές (A, Β, C, D), ένα κτήριο τραπεζοειδούς σχήματος (Κτήριο Δ), καθώς και ένα πιθανό πρόπυλο (Κτήριο Ε). Στις σύγχρονες ανασκαφές ο χώρος μεταξύ των στοών έχει θεωρηθεί τμήμα του τεμένους του ιερού, με την πόλη και την αγορά του να βρίσκεται κάπου κοντά. Ως συνήθως στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Wide και Kjellberg περιορίστηκαν απλά στο να αποκαλύψουν τους τοίχους των κτηρίων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους μεταξύ τους παρέμεινε άθικτο. Τα αποτελέσματα στη συνέχεια δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Athenische Mitteilungen του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών το 1895. Μετά τις ανασκαφές των Wide και Kjellberg έγιναν νέες μετρήσεις από τον Gabriel Welter το 1938 και περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία το 1979.

Ένας νέος κύκλος ανασκαφικής έρευνας στο χώρο ξεκίνησε το 1997 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών υπό τη διεύθυνση της Berit Wells και αργότερα του Arto Penttinen. Οι νέες ανασκαφές στο ιερό του Ποσειδώνα πραγματοποιήθηκαν κυρίως στα πλαίσια δύο μεγάλων ερευνητικών προγραμμάτων: Ερευνητικό Πρόγραμμα «Καλαυρεία» (2003–2005) και Η Θάλασσα, η Πόλη και ο Θεός (2007-2012). Με την εκκίνηση των νέων ανασκαφών εντάχθηκαν καινούργιοι ερευνητικοί στόχοι: η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του ιερού του Ποσειδώνα και της αρχαίας πόλης της Καλαυρείας. Αυτό περιλάμβανε την αλληλεπίδραση του ιερού και της πόλης, τον αντίστοιχο ρόλο τους στον Σαρωνικό κόλπο και τον ευρύτερο κόσμο, καθώς και το πώς και εάν τα αρχαιολογικά ευρήματα θα μπορούσαν να ρίξουν φως σε θέματα τελετουργικής δραστηριότητας στο ιερό. Το πρόγραμμα είχε επίσης ως στόχο να εξετάσει το πώς η τοπική κοινωνία του Πόρου βλέπει το ιερό σήμερα, καθώς και το πώς αντιλαμβάνονται οι κάτοικοι του νησιού την ανασκαφική εργασία. Οι ανασκαφές στην Καλαυρεία αποτέλεσαν επίσης το επίκεντρο αρκετών εκπαιδευτικών προγραμμάτων αρχαιολογίας πεδίου που διοργανώθηκαν σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ, παρέχοντας εμπειρία σε μια νέα γενιά Σουηδών αρχαιολόγων.

Από το 2015 οι ανασκαφές στην αρχαία Καλαυρεία διεξάγονται στην περιοχή L, που βρίσκεται περίπου 200 μέτρα νοτιοανατολικά του ιερού του Ποσειδώνα, κοντά σε αποσπασματικά κατάλοιπα του τείχους της πόλης και δίπλα σε ένα τεχνητό ανάχωμα υποστηριζόμενο από πελεκημένους δόμους.

Εικ. 3: Αεροφωτογραφία του Ιερού του Ποσειδώνα.

Εικ. 3: Αεροφωτογραφία του Ιερού του Ποσειδώνα.

Ιστορική αναδρομή και το κτηριακό συγκρότημα

Η πρώτη τεκμηριωμένη ανθρώπινη δραστηριότητα στον χώρο χρονολογείται από την Ύστερη Μυκηναϊκή περίοδο, γύρω στο 1200 π.Χ., όταν μια ή δύο μικρές οικίες χτίστηκαν ακριβώς δυτικά του μεταγενέστερου ιερού του Ποσειδώνα. Χτισμένες την περίοδο που η Μυκηναϊκή κοινωνία κατέρρευσε στην ηπειρωτική χώρα, είναι πιθανό ότι αυτές οι οικίες αντιπροσωπεύουν μια προσπάθεια διαφυγής από τα ταραχώδη γεγονότα κατά το τέλος της Εποχής του Χαλκού. Ωστόσο, η περιοχή εγκαταλείφθηκε μετά από μόνο μία ή δύο γενιές, υποδηλώνοντας ότι η ηρεμία που αναζητούσαν οι κάτοικοι τελικά δεν βρέθηκε. Αργότερα ο οικισμός κόπηκε στη μέση για να δημιουργηθεί χώρος για το ιερό. Ορισμένοι έχουν ως εκ τούτου υπαινιχθεί ότι τα πρώτα ίχνη λατρείας στον χώρο, χρονολογούνται από την Εποχή του Χαλκού, αλλά υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία μεταξύ των ευρημάτων που το αποδεικνύουν.

Μετά το τέλος της Εποχής του Χαλκού υπάρχει μόνο λίγο υλικό στον χώρο από την Πρωτο- και την Πρώιμη Γεωμετρική περίοδο. Δραστηριότητα επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα γύρω στο 750 π.Χ. καθώς θραύσματα Ύστερης Γεωμετρικής κεραμικής έχουν βρεθεί σχεδόν παντού στον χώρο, γεγονός που υποδηλώνει κατοίκηση. Ωστόσο, παρά τα πλούσια ευρήματα, ένα μόνο μπορεί με σιγουριά να αναγνωριστεί από την περίοδο αυτή, ένας τοίχος με χωμάτινο δάπεδο στα νοτιοδυτικά του ιερού. Πιθανώς ο χαρακτήρας αυτού του πρώιμου οικισμού άλλαξε με αργούς ρυθμούς σε ιερό χώρο από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Κατά την ακόλουθη Αρχαϊκή περίοδο δεν υπάρχουν ενδείξεις οικιστικής ζωής στον χώρο του ιερού. Οι κάτοικοι της περιοχής κατοικούσαν πιθανώς κάπου κοντά.

Τα πρώτα δείγματα μνημειακών οικοδομημάτων στο ιερό είναι με τη μορφή κεραμιδιών στέγης από γύρω στο 650 π.Χ. Το κτήριο στο οποίο ανήκε η στέγη είναι δυστυχώς άγνωστο. Ωστόσο, άλλα πρώιμα κεραμίδια στέγης υποδηλώνουν την ύπαρξη ενός προδρόμου στο Ύστερο Αρχαϊκό ιερό του Ποσειδώνα, καθώς και την παρουσία ενός κτηρίου στην περιοχή του μεταγενέστερου Προπύλου (Κτήριο Ε). Υπάρχουν επίσης κατάλοιπα αναλημματικών τοίχων του 7ου αιώνα π.Χ., που δείχνουν ότι το τοπίο άλλαξε τότε. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη Αμφικτυονίας σε αυτήν την πρώιμη περίοδο (Στράβων 8.6.14), στην οποία συμμετείχαν επτά πόλεις (Αθήνα, Αίγινα, Επίδαυρος, Ερμιόνη, Ναυπλία, Πρασιές και Ορχομενός).

Κατά την Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο ανεγέρθηκαν ορισμένα κτήρια, όπως ο ναός, η Στοά D και το Πρόπυλο (Κτήριο Ε). Ελάχιστα γνωρίζουμε για τον ναό που κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καθώς είχε σχεδόν ολοκληρωτικά συληθεί μέχρι την εποχή των πρώτων σουηδικών ανασκαφών. Όταν ξεκίνησαν οι σύγχρονες ανασκαφικές εργασίες, είχαν σωθεί μόνο η τάφρος θεμελίωσης και τα κεραμίδια της στέγης. Ακόμη, είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι πρόκειται για περίπτερο ναό με 6x12 κίονες, διαστάσεων 14,50×27,00μ., κατασκευασμένος κυρίως από ασβεστόλιθο του Πόρου. Γύρω από το ναό είχε χτιστεί περίβολος, με την κύρια είσοδο στην ανατολική πλευρά και μια μικρότερη είσοδο στη νότια πλευρά.

Εικ. 4: Θέση του Ιερού του Ποσειδώνα.

Εικ. 4: Θέση του Ιερού του Ποσειδώνα.

Κατά την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε η Στοά D με κιονοστοιχία. Ελάχιστα τμήματα σώζονται σήμερα. Στο Κτήριο Ε, το οποίο έχει ερμηνευτεί ως το πρόπυλο του ναού και είναι κάπως καλύτερα διατηρημένο, έχουν ταυτοποιηθεί δύο δωμάτια εκτός από την είσοδο. Ενδέχεται αυτά τα δωμάτια να ήταν το βουλευτήριο ή η έδρα της Αμφικτυονίας.

Εκτός από αυτά τα οικοδομήματα βρέθηκε ένας αριθμός σπονδύλων κίονα στη δυτική πλευρά του χώρου, που ανήκαν σε έναν αναθηματικό κίονα που δεν ανεγέρθηκε ποτέ. Παρόμοιοι αναθηματικοί κίονες είναι γνωστοί, για παράδειγμα από το ιερό της Αφαίας στην κοντινή Αίγινα και στον Μαραθώνα.

Η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίστηκε κατά την Κλασική περίοδο. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ιερού κατασκευάστηκαν οι Στοές Α και Β. Δυστυχώς, διατηρούνται μόνο τα θεμέλια του πίσω τοίχου της Στοάς Β. Γνωρίζουμε περισσότερα για τη Στοά Α. Αρχικά ένα δωρικό κτήριο με πολυγωνικούς τοίχους καλυμμένους με κόκκινο γύψο και με εσωτερική ιωνική κιονοστοιχία, το κτήριο καταστράφηκε ήδη στην αρχαιότητα, πιθανότατα γύρω στο 100 π.Χ. Αργότερα, στα ρωμαϊκά χρόνια, φιλοξένησε μια σειρά από μικρές αποθήκες με εμπορική δραστηριότητα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η περιοχή είχε οικονομική δραστηριότητα εκείνη την περίοδο.

Εικ. 5: Στοά Α στο ιερό.

Εικ. 5: Στοά Α στο ιερό.

Μετά την Κλασική περίοδο, νομίσματα από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. που απεικονίζουν τον Ποσειδώνα και την επιγραφή ΚΑΛ ή ΚΑ, υποδηλώνουν ότι ο οικισμός στην Καλαυρεία έγινε τότε αυτόνομη πόλη. Μαθαίνουμε επίσης από λογοτεχνικές πηγές ότι ο γνωστός Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης αυτοκτόνησε στον τόπο αυτόν το 322 π.Χ. στην προσπάθεια του να διαφύγει από τους Μακεδόνες (Παυσ. 2.33.3; Πλούτ. Βιτ. Δημ. 28-30).

Η επόμενη μεγάλη φάση της οικοδομικής δραστηριότητας πραγματοποιήθηκε επίσης στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. όταν ανεγέρθηκαν κτήρια τόσο εντός όσο και εκτός του ιερού. Στενά συνδεδεμένη με το ιερό, η Στοά D επεκτάθηκε από το μεγάλο τραπεζοειδούς σχήματος Κτήριο D προς τα νότια. Το Κτήριο D αποτελούνταν από τρία ορθογώνια δωμάτια που έβλεπαν προς τη Στοά. Στη νότια πλευρά, η οποία έπρεπε να στηριχθεί καλά λόγω της προϋπάρχουσας πλαγιάς, κατασκευάστηκε μια τριγωνική αυλή με δωμάτια γύρω γύρω. Τμήματα του τοίχου ανέρχονται σήμερα σε ύψος 1,5 μέτρων.

Μια τέταρτη και τελευταία στοά, η Στοά C, χτίστηκε την ίδια χρονική περίοδο στα βορειοανατολικά του Κτηρίου D. Έχοντας απέναντι τον εσωτερικό υπαίθριο χώρο του ιερού, είχε μία εξωτερική δωρική κιονοστοιχία και μία ιωνική στο εσωτερικό της. Μια επιγραφή (IG IV 841) που βρέθηκε στον χώρο ήδη από το 1894 υποδηλώνει ότι το κτήριο λειτούργησε ως αρχείο ή χρησιμοποιήθηκε για άλλους διοικητικούς σκοπούς.

Αρκετά κτήρια έχουν επίσης ανακαλυφθεί έξω από το ιερό. Η μεγάλη Στοά F βρισκόταν ακριβώς δυτικά του Κτηρίου E. Ο Wide και ο Kjellberg θεώρησαν ότι πρόκειται για ένα κτήριο που λειτούργησε ως βουλευτήριο λόγω των πολλών αγαλμάτων που βρέθηκαν μπροστά του. Στην άλλη πλευρά του σύγχρονου δρόμου βρισκόταν ένα ορθογώνιο οικοδόμημα (Κτήριο G). Αυτό σχηματίστηκε από έναν υπαίθριο χώρο στον οποίο έμπαινες από τα ανατολικά και περιβαλλόταν από πολλά δωμάτια. Μεταξύ των ευρημάτων ήταν ένα αγαλματίδιο του Ασκληπιού.

Υπάρχουν επίσης πολλά στοιχεία για την αρχιτεκτονική κτηρίων ιδιωτικής χρήσης. Ακριβώς στα νότια του Κτηρίου D βρίσκεται το λεγόμενο Κτήριο Ι. Πρόκειται για ένα μεγάλο οικοδόμημα που παρέμεινε σε χρήση από την Ύστερη Κλασική περίοδο έως τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Η κοντινή απόσταση στο ιερό του Ποσειδώνα δεικνύει ότι o περίβολός του περιβαλλόταν από την πόλη εκείνη τη χρονική περίοδο και δεν ήταν αποκομμένο από το αστικό τοπίο.

Σπουδαία αναθηματικά μνημεία ανεγέρθηκαν κατά την Ελληνιστική περίοδο. Η πιο εντυπωσιακή μαρτυρία αυτού, είναι μια μνημειακή βάση για δυο αγάλματα, του βασιλιά Πτολεμαίου Β’ και της βασίλισσας Αρσινόης Β’, οι οποίοι κυβέρνησαν την Αίγυπτο κατά το πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για προσφορά από την πόλη της Αρσινόης της Πελοποννήσου.

Οι πιο πρόσφατες ανασκαφικές εργασίες στον χώρο επικεντρώθηκαν στην περιοχή L στα νότια του ιερού και στο Κτήριο I, απέναντι από τον σύγχρονο δρόμο. Ενώ η χρονολογία εδώ είναι παρόμοια με εκείνη που αποδόθηκε στο Κτήριο Ι, η in situ ταυτοποίηση αρκετών μεγάλων πίθων, αποθηκευτικών αγγείων μεγάλης χωρητικότητας, υποδηλώνει ότι το κτήριο εκπλήρωνε μια δημόσια λειτουργία παρά μια καθαρά οικιστική ή ιδιωτική. Επιπλέον, τα κατάλοιπα της μεταγενέστερης ελληνιστικής φάσης είναι θαμμένα κάτω από ένα παχύ στρώμα που φαίνεται να αποτελείται από συντρίμμια καταστροφής που δημιουργήθηκαν σκόπιμα για να ανυψώσουν το επίπεδο του εδάφους. Δεν υπάρχουν εμφανή σημάδια σφοδρής καταστροφής, παρόλο που έχει σημειωθεί δευτερογενής καύση σε ορισμένα από τα ευρήματα. Το χωμάτινο δάπεδο της επόμενης φάσης τοποθετείται στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. και στον 1ο αιώνα μ.Χ.

Σημάδια δραστηριότητας στον τόπο σβήνουν με ταχείς ρυθμούς μετά το 100 μ.Χ. Ο συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.Χ. Παυσανίας (2.33.3–35) περιέλαβε το ιερό στις ταξιδιωτικές του αναφορές, αναφέροντας ότι ο τάφος του Δημοσθένη βρισκόταν μέσα στον ιερό περίβολο, αλλά δεν λέει κάτι παραπάνω. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι δεν επισκέφτηκε ποτέ τον τόπο αυτοπροσώπως, ιδίως εφόσον έδωσε πολύ μεγαλύτερη προσοχή σε άλλα ιερά. Ένα από τα τελευταία αρχαιολογικά ευρήματα από την αρχαιότητα είναι ένα νόμισμα που πιθανώς κόπηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό. Μετά από αυτό, βρέθηκε κάποιο μεταγενέστερο υλικό, όπως κεραμική και ένα νόμισμα από γύρω στο 700 μ.Χ., αλλά αποκλειστικά εκτός θέματος. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπάρχουν άμεσες ενδείξεις χριστιανικών δραστηριοτήτων στον τόπο.

Βιβλιογραφία

Alexandridou, A. 2013. ‘Archaic pottery and terracottas from the sanctuary of Poseidon at Kalaureia’, OpAthRom 6, 81–150.

Berg, I. 2016. Kalaureia 1894. A cultural history of the first Swedish excavation in Greece (Stockholm Studies in Archaoelogy, 69), Stockholm.

Hägg, R. 2003. ‘Some reflections on the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia in the Bronze Age’, in ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ. Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου αρχαιολογίας και ιστορίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος 26–29 Ιουνίου 1998, ed. E. Konsolaki-Giannopoulou, Athens, 333–336.

Kelly, T. 1966. ‘The Calaurian Amphictiony’, AJA 70, 113–121.

Konsolaki-Giannopoulou, E. 2016. ‘Ἐπισκόπηση της λατρείας τοῦ Ποσειδῶνος στὴν Τροιζηνία’, ArchEph 155 43–74.

Lymberakis, P. & G. Iliopoulos 2019. ‘Snakes and other microfaunal remains from the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia’, Opuscula 12, 233–240.

Mylona, D., M. NTinou, P. Pakkanen, A. Penttinen, D. Serjeantson & T. Theodoropoulou 2013. ‘Integrating archaeology and science in a Greek sanctuary: issues of practice and interpretation in the study of the bioarchaeological remains from the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia’, in Diet, Economy and Society in the Ancient Greek World, eds. S. Voutsaki & S.M. Valamoti, Leuven, Paris & Walpole, MA, 187–204.

Mylona, D. 2019. ‘Animals in the sanctuary. Mammal and fish bones from Areas D and C at the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia. With an appendix by Adam Boethius’, Opuscula 12, 173–221.

Mylonopoulos, J. 2003. Πελοπόννησος οἰκητήριον Ποσειδῶνος. Heiligtümer und Kulte des Poseidon auf der Peloponnes (Kernos suppl., 13), Liège.

Mylonopoulos, J. 2006 ‘Von Helike nach Tanairum und von Kalaureia nach Samikum: Amphiktyonische Heiligtümer des Poseidon auf der Peloponnes’, in Kult–Politik–Ethnos. Über regionale Heiligtümer im Spannungsfeld von Kult und Politik, eds. K. Freitag, P. Funke & M. Haake, Stuttgart, 121–156.

Ntinou, M. 2019. ‘Trees and shrubs in the sanctuary. Wood charcoal analysis at the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia, Poros’, Opuscula 12, 256–269.

Pakkanen, P. 2011. ‘Polis within the polis. Crossing the border of official and private religion at the sanctuary of Poseidon at Kalaureia on Poros’, in Current approaches to religion in Ancient Greece. Papers presented at a symposium at the Swedish Institute at Athens, 17–19 April 2008, eds. M. Haysom & J. Wallensten, Stockholm 2011, 111–134.

Penttinen, A. & D. Mylona 2019 ‘Physical environment and daily life in the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia, Poros. The bioarchaeological remains. Introduction’, Opuscula 12, 159–172.

Penttinen, A., B. Wells et al. 2009. ‘Report on the excavations in the years 2007 and 2008 southeast of the Temple of Poseidon at Kalaureia’, OpAthRom 2, 89–134.

Papazarkadas, N. & J. Wallensten forthcoming. ‘Religion and family politics in Hellenistic Kalaureia: three new inscriptions from the shrine of Poseidon’, Opuscula 2020.

Schumacher, R.W.M. 1993. ‘Three related sanctuaries of Poseidon: Geraistos, Kalaureia and Tainaron’, in Greek sanctuaries: New approaches, eds. N. Marinatos & R. Hägg, London, 51–69.

Sarpaki, A. 2019. ‘Plants in the sanctuary. Charred seeds from Areas C and D at the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia, Poros’, Opuscula 12, 271–286.

Serjeantson, D. 2019. ‘Animals in the sanctuary. Bird bones and eggshell’, Opuscula 12, 223–231.

Sinn, U. 1993. ‘Greek Sanctuaries as places of refuge’, in Greek sanctuaries. New approaches, eds. N. Marinatos & R. Hägg, London 1993, 98–109.

Sinn, U. 2003. ‘Das Poseidonheiligtum auf Kalaureia: ein Archäologischer Befund zum Antiken Asylwesen’, in Das antike Asyl. Kultische Grundlagen, rechtliche Ausgestaltung und politische Funktion, ed. M. Dreher, Cologne, 107–125.

Syrides, G.E. 2019. ‘Marine and terrestrial molluscs in the sanctuary. The molluscan remains from the 2003–2004 excavations in the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia’, Opuscula 12, 241–254.

Wallensten, J. 2020 ‘Closing in on the Gods. Indirect communication between mortals and immortals’, in The Akragas Dialogue, eds. M. De Cesare, C. Portale & N. Sojc, Leiden & Boston, 9–26.

Wallensten, J. & J. Pakkanen 2009. ‘A new inscribed base from the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia’, Opuscula 2, 155–165.

Wells, B. 2009. ‘A smiting-god figurine found in the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia’, Opuscula 2, 143–154.

Wells, B. Penttinen, A. & J. Hjohlman. 2006-2007. ‘The Kalaureia Excavation Project: The 2005 and 2005 Seasons’, OpAth 31–32, 31–129.

Wells, B. A. Penttinen & M.-F. Billot 2003. ‘Investigations in the Sanctuary of Poseidon at Kalaureia, 1997–2001’, OpAth 28, 29–87.

Welter, G. 1941. Troizen und Kalaureia, Berlin.

Wide, S. & L. Kjellberg 1895. ‘Ausgrabungen auf Kalaureia’, AM 20, 267–326.

Αρχαιολογικά ερευνητικά προγράμματα

Πρόσφατα κείμενα

Νέα Ινστιτούτου

Έρευνα

Εκπαίδευση

Πολιτιστικές εκδηλώσεις

Δημοσιεύσεις

Εναλλακτικά αρχεία

Αρχαιολογικά ερευνητικά προγράμματα

Αρθρογράφοι

Ημερολόγιο κειμένων

We use cookies. By browsing our site you agree to our use of cookies.

Accept cookies Find out more