en

Το Σουηδικό Ινστιτούτο στην Αθήνα

Το σπίτι στην οδό Μητσαίων 9

Φωτογραφία: Marie Mauzy

Φωτογραφία: Nikos Kaidis

Αίθουσα Διαλέξεων. Φωτογραφία: Nikos Kaidis

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο που βρίσκεται στη συνοικία Μακρυγιάννη ακριβώς στα νότια της Ακρόπολης. Η περιοχή έχει πάρει το όνομά της από τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, έναν από τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης, ο οποίος είχε στην ιδιοκτησία του ένα κτήμα εκεί. Τα οικόπεδα στην περιοχή αυτή ήταν αρχικά αγροί και λιβάδια που ανήκαν στο κτήμα. Η περιοχή κατοικήθηκε μετά την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους το 1830, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της οικοδόμησης πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Η πόλη των Αθηνών είχε νωρίτερα επεκταθεί κυρίως προς τα βόρεια. Τα σπίτια της περιοχής ήταν αρχικά πολύ μικρά και απλά. Τα κάπως μεγαλύτερα διώροφα κτίρια με δικούς τους κήπους έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 η περιοχή ήταν ακόμα αραιοκατοικημένη. Οι σημερινοί δρόμοι της περιοχής δεν είχαν ακόμα ασφαλτοστρωθεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Το κτίριο του Ινστιτούτου σχεδιάστηκε από τον Φίλιππο Οικονόμου για την οικογένεια των Ισσιδωρίδων που καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Ο αρχηγός της οικογένειας, Ηρακλής Π. Ισσιδωρίδης, ήταν ένας εύπορος επιχειρηματίας που έκανε εισαγωγή δερμάτων και άλλων υλικών από την Αγγλία και την Αμερική για την κατασκευή υποδημάτων.

Φωτογραφία: Marie Mauzy

Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του κτιρίου είναι άγνωστη. Ο Μάνος Γ. Μπίρης, Καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείου Αθηνών, το χρονολογεί στο 1914 σε ένα από τα βιβλία του. Ωστόσο, υπάρχει ένα έγγραφο στο αρχείο του Ινστιτούτου, το οποίο αναφέρει ότι το οικόπεδο αγοράστηκε από τον Ισσιδωρίδη το 1919. Σύμφωνα με τον μεγαλύτερο γιο της οικογένειας, τον Πέτρο Η. Ισσιδωρίδη, το σπίτι ολοκληρώθηκε το 1920 ή πιθανόν το 1924.

Στιλιστικά το σπίτι ανήκει στην τελευταία φάση του Αθηναϊκού νεοκλασικισμού, η οποία χρονολογείται συνήθως από το 1890 έως το 1925. Συνεπώς είναι ένα από τα τελευταία κτίρια στην Αθήνα σε νεοκλασικό στυλ, το οποίο ήταν στη μόδα στις Ελληνικές πόλεις από την περίοδο της απελευθέρωσης στα 1830. Μέχρι τότε η Ελλάδα ήταν απομονωμένη από τη Δυτική Ευρώπη, και έτσι το στυλ άργησε να φτάσει στη χώρα. Ωστόσο, από τότε τόσο τα δημόσια κτίρια όσο και οι ιδιωτικές κατοικίες στην Αθήνα χτίζονταν σε αυτό το στυλ. Ο δανεισμός στιλιστικών στοιχείων από τα κτίρια της Ακρόπολης έγινε ένας τρόπος εκδήλωσης της αναγέννησης της Ελληνικής ταυτότητας.

Φωτογραφία: Nikos Kaidis

Η τελευταία φάση του νεοκλασικισμού στην Αθήνα είναι εκλεκτική. Από το 1910 οι προσόψεις των κτιρίων άρχισαν να αναμειγνύουν νεοκλασικά στοιχεία με άλλα στιλιστικά γνωρίσματα. Ένα νέο-μπαρόκ γνώρισμα στο κτίριό μας είναι για παράδειγμα η πλούσια διακόσμηση της πρόσοψης. Η στρογγυλεμένη γωνία καθώς και το αρχικά μονόχρωμο γκριζωπό λευκό χρώμα ενίσχυσε την ομοιομορφία του κτιρίου. Αυτό είναι χαρακτηριστικό νέο-μπαρόκ στυλ σε αντίθεση με το νεοκλασικό τρόπο υπογράμμισης των στοιχείων στήριξης του κτιρίου με πολυχρωμία και μέσω της τριμερούς διαίρεσης των προσόψεων. Νέο-αναγεννησιακά χαρακτηριστικά αποτελούν ο εκλεκτικισμός της βάσης του κτιρίου και οι φεγγίτες επάνω από τις μπαλκονόπορτες του πρώτου ορόφου. Ίσως να έχουν εμπνευστεί από τις επισεσυρμένες αψίδες. Είναι γενικά αποδεκτό ότι ο αρχιτέκτονας Οικονόμου σε αυτό το σχετικά μικρό οικόπεδο κατάφερε να δημιουργήσει ένα κτίριο, το οποίο παρά τη βαριά και μερικές φορές εκλεκτική διακόσμηση, δίνει μια εντύπωση αρμονίας και ισορροπίας.

Ωστόσο, μια άλλη πτυχή του κτιρίου μας το τοποθετεί σταθερά στην παράδοση της τελευταίας φάσης του Αθηναϊκού νεοκλασικισμού. Είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένο, ως αποτέλεσμα της συσσωρευμένης τεχνογνωσίας των τεχνιτών και των εργατών σχετικά με τις απαιτήσεις του νεοκλασικού στυλ. Το στυλ ήταν ο κανόνας για τις πολλές πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες που κτίστηκαν εκείνη την εποχή. Ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του οικήματος με λεπτομέρειες από μάρμαρο, στόκο, δρυ, και κρύσταλλο εξακολουθούν να πιστοποιούν την ικανότητα των κατασκευαστών. Η χρυσή εποχή του Αθηναϊκού νεοκλασικισμού έφτασε απότομα στο τέλος της στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Μερικά από τα μικρά «παλάτια» ισοπεδώθηκαν το 1930. Μια πιο συστηματική καταστροφή έμελε να ακολουθήσει κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ενώ βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Ανάμεσα στα σπίτια που επέζησαν της καταστροφής, τόσο το κτίριο του Ινστιτούτου, όσο και το κτίριο που πλέον στεγάζει τη Βιβλιοθήκη των Βορείων Χωρών, έχουν καταχωρηθεί ως προστατευόμενα κτίρια.

Το γεγονός ότι το κτίριό μας είχε αρχικά σχεδιαστεί ως ιδιωτική κατοικία μιας εύπορης οικογένειας με τέσσερα παιδιά μπορεί ακόμα να ανιχνευθεί στο εσωτερικό του. Τα μικροσκοπικά δωμάτια στο υπόγειο που χρησιμοποιούνται σήμερα ως σχολική αίθουσα και σιδερωτήριο, χρησίμευαν ως υπνοδωμάτια των τριών υπηρετριών της οικογένειας. Η υπόγεια κουζίνα ήταν κελάρι τροφίμων, ενώ το κελάρι κρασιών βρισκόταν στο διάδρομο, σήμερα το δωμάτιο κλιβάνου. Το κάρβουνο για τα τζάκια επίσης φυλάσσονταν στο υπόγειο, όπως και η Rolls Royce. Στο ισόγειο, η κουζίνα και η τραπεζαρία βρίσκονταν στα αριστερά του χολ, ενώ στη δεξιά πλευρά βρίσκονταν τρεις αίθουσες υποδοχής. Αυτές πλέον στεγάζουν την αίθουσα διαλέξεων και τη Βυζαντινή Βιβλιοθήκη Gustav Karlsson. Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν τα υπνοδωμάτια και μια αίθουσα στην οποία υποτίθεται ότι μελετούσαν τα παιδιά της οικογένειας. Τα σημερινά δωμάτια των ξένων στον επάνω όροφο είναι τα πρωτότυπα αλλά χρησιμοποιήθηκαν ως ντουλάπες και δωμάτια πλύσης κατά την εποχή του Ισσιδωρίδη. Εκείνο τον καιρό, οι υπηρέτριες που εργάζονταν στον επάνω όροφο ίσως να μπορούσαν να πάρουν μια γεύση του Φαλήρου και να αισθανθούν το απαλό αεράκι από τη θάλασσα. Το σπίτι της οδού Μητσαίων 9 πωλήθηκε στην οικογένεια Πάκη το 1940. Οι Γερμανοί επέταξαν το κτίριο κατά τη διάρκεια του πολέμου και οι νέοι ιδιοκτήτες εξαναγκάστηκαν να ζουν στο υπόγειο για αρκετά χρόνια. Μετά τον πόλεμο άνοιξαν την «Πανσιόν Πάκης» η οποία υπήρχε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950.

Αίθουσα Διαλέξεων. Φωτογραφία: Nikos Kaidis

Το κτίριο έγινε Σουηδικής ιδιοκτησίας το 1960, όταν αγοράσθηκε από την Ευαγγελική Ισραηλινή Αποστολή στο Malmö. Η Greta Karlsson, η οποία είχε υπάρξει ιεραπόστολος και είχε μείνει στο σπίτι ως επισκέπτης, πήρε την πρωτοβουλία για την απόκτησή του. Ο οργανισμός προσέφερε καταφύγιο στους Ρώσους Εβραίους στο δρόμο για το Ισραήλ. Επίσης έκανε κάποιο φιλανθρωπικό έργο στην Ελλάδα και εκπαίδευε νέα κορίτσια για να σταλθούν ως υπηρέτριες στην Αυστραλία.

Το 1975 το Ινστιτούτο αγόρασε το κτίριο με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή Pontus Hellstrom, ο οποίος είχε «ανακαλύψει» το σπίτι κατά τη διάρκεια του προηγούμενου χειμώνα.  Η εξαγορά έγινε δυνατή με την πώληση ενός διαμερίσματος στην οδό Βουκουρεστίου στο Κολωνάκι, στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου από τα τέλη του 1940, και με μια δωρεά από το ίδρυμα των Knut και Alice Wallenberg.  Τα έτη 1996–1997 το σπίτι ανακαινίστηκε πλήρως αφότου οι  35.000 τόμοι που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου μεταφέρθηκαν στη Βιβλιοθήκη Βορείων Χωρών που άνοιξε πρόσφατα στο ίδιο τετράγωνο. Μια μικρή Βυζαντινή βιβλιοθήκη, δωρεά του αείμνηστου  Gustav Karlsson, Καθηγητή Βυζαντινολογίας στο Freie Universität του Βερολίνου, εξακολουθεί να στεγάζεται στο κτίριο του ιδρύματος.