en

Το Σουηδικό Ινστιτούτο στην Αθήνα

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

Στις 10 Μαΐου του 1948 το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών εγκαινιάστηκε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Το κτίριο της οδού Βουκουρεστίου 9, όπου θα στεγαζόταν το νέο ινστιτούτο, δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 1929. Αυτή ήταν η περίοδος του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, και το γεγονός ότι δόθηκε άδεια στη Σουηδία να ιδρύσει μια Αρχαιολογική Σχολή κατά το διάστημα αυτό, προκαλεί μάλλον έκπληξη. Δυο παράγοντες υπήρξαν καθοριστικοί: οι Σουηδικές αρχαιολογικές έρευνες μεταξύ των πολέμων, και οι εργασίες βοήθειας του Ερυθρού Σταυρού που προσέφεραν οι Σουηδοί κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι ανασκαφές του Heinrich Schliemann στην Τίρυνθα, τις Μυκήνες και την Τροία κατέστησαν σαφές στους Σουηδούς επιστήμονες ότι κανείς δεν θα μπορούσε να μελετήσει τους αρχαίους πολιτισμούς χωρίς τη μελέτη των αρχαιολογικών καταλοίπων. Επιπλέον, οι Κλασικοί επιστήμονες άρχισαν να ταξιδεύουν στη Μεσόγειο και να επικοινωνούν με τους εκεί ανασκαφείς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στην Ελλάδα. Οι σημαντικότεροι Σουηδοί επιστήμονες που ταξίδεψαν στη χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν οι Einar Löfstedt Sr., Julius Centerwall, και Johan Bergman.

Ο Einar Löfstedt επισκέφθηκε την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία τα έτη 1876–1877. Συμμετείχε στις Γερμανικές ανασκαφές στην Ολυμπία και είδε τον Schliemann να ξεθάβει χρυσό από τους λακκοειδείς τάφους στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών. Ο Löfstedt ήταν Καθηγητής Αρχαίων Ελληνικών στην Uppsala και κατά την επιστροφή του δίδαξε έντονα τους μαθητές του για τις εμπειρίες του.

Δέκα χρόνια αργότερα ο Centerwall έκανε περίπου το ίδιο ταξίδι. Ήταν δάσκαλος και στη συνέχεια διευθυντής ενός γυμνασίου στο Söderhamn στην κεντρική Σουηδία. Ήταν επίσης Μέλος του Κοινοβουλίου. Στη διαμάχη μεταξύ του Schliemann και των αντιπάλων του, ο Centerwall δεν συντάχθηκε με κάποια πλευρά. Έκανε γνωστές τις ανακαλύψεις του Schliemann στο Σουηδικό κοινό, και έγραψε ένα ενδιαφέρον βιβλίο για τα ταξίδια του στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, Från Hellas and Levanten (Από την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο), το οποίο εμφανίστηκε το 1888.

Ο Johan Bergman ήταν επίσης δάσκαλος και μέλος του Κοινοβουλίου. Ήρθε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1890 και ήταν της άποψης ότι η Σουηδία δεν θα πρέπει μόνο να συμβάλλει στην έρευνα για τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας αλλά και να ιδρύσει ένα ινστιτούτο στη χώρα.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα από το οποίο θα πρέπει να δούμε τις πρώτες Σουηδικές αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ελλάδα στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (Πόρος) το 1894. Σχεδόν 30 χρόνια πέρασαν πριν γίνει η επόμενη ανασκαφή. Εν τω μεταξύ, το 1909, δημιουργήθηκαν οι δυο πρώτες έδρες Κλασικής Αρχαιολογίας στα πανεπιστήμια του Lund και της Uppsala. Η βάση για μεγαλύτερη συμμετοχή στην Ελλάδα είχε τεθεί.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και του 1930 αρκετά μεγάλα έργα πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα: Ασίνη, Δενδρά/Μιδέα, Μπερμπάτι, Η Σουηδική Αποστολή στη Μεσσηνία, και Ασέα. Παρόλαυτά, ήταν στη Ρώμη και όχι στην Αθήνα που ιδρύθηκε ένα Σουηδικό αρχαιολογικό ινστιτούτο. Ο λόγος για αυτό ήταν ότι τα Λατινικά ήταν πιο σημαντικό μάθημα στα Σουηδικά γυμνάσια από τα Αρχαία Ελληνικά, ενώ ο Ελληνικός πολιτισμός διαβιβάστηκε στη χώρα μέσω του Ρωμαϊκού. Γνωρίζουμε ότι η Σουηδία θα ήταν ευπρόσδεκτη να δημιουργήσει ένα ινστιτούτο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, αλλά αυτό δε συνέβη μέχρι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δυο επιχειρηματίες ανέλαβαν την πρωτοβουλία της ίδρυσης του Ινστιτούτου: ο πρόεδρος του ΔΣ της Σουηδικής Orient Line, Herbert Jacobsson, και ο εκπρόσωπός της στην Ελλάδα, Γενικός Πρόξενος Ευγένιος Ευγενίδης.

Αυτοί οι δυο κύριοι επικοινώνησαν με τον καθηγητή Axel Boëthius στο Göteborg και μαζί πλησίασαν τον Πρίγκιπα Gustaf Adolf, τον εμπνευστή των ανασκαφών στην Ασίνη. Στη συνέχεια, ιδρύθηκε το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών στις 25 Απριλίου 1946 στο Βασιλικό Ανάκτορο της Στοκχόλμης. Εξαιτίας του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα και των Ελληνικών αρχαιολογικών αρχών, οι οποίες δεν ήθελαν να εκδοθούν περισσότερες άδειες σε αρχαιολογικά ινστιτούτα, θα περνούσαν άλλα δυο χρόνια μέχρι την πραγματοποίηση των εγκαινίων.

Τι γίνεται όμως με τον Ερυθρό Σταυρό; Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, κατάφερε να αποκτήσει άδεια για τη διανομή τροφίμων στον λιμοκτονούντα πληθυσμό. Καθώς η Ελβετία και η Σουηδία δεν συμμετείχαν στον πόλεμο, χειρίστηκαν τη διανομή. Αρκετοί από τους Σουηδούς αντιπροσώπους ήταν αρχαιολόγοι, οι οποίοι είχαν εργασθεί για χρόνια στην Ελλάδα, γνώριζαν Ελληνικά, και γνώριζαν να κινηθούν στη χώρα. Ο διασημότερος από αυτούς ήταν ο Axel W. Persson, ο οποίος είχε ηγηθεί των ανασκαφών σε Ασίνη, Δενδρά/Μιδέα και Μπερμπάντι. Είχε ζήσει για δυο χρόνια στην Τρίπολη Αρκαδίας με τη σύζυγό του που ήταν γιατρός, δημιουργώντας μια παράδοση που ήθελε κάθε νέο Σουηδό εκπρόσωπο που θα έπαιρνε θέση στην Ελλάδα, να περνάει από την Τρίπολη.

Το Ινστιτούτο αρχικά στεγάστηκε σε δυο διαμερίσματα στην οδό Βουκουρεστίου 29. Το 1976 μεταφέρθηκε στο νεοκλασικό κτίριο της οδού Μητσαίων 9, όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Ο πρώτος Διευθυντής του Ινστιτούτου ονομάστηκε Directeur d’Études. Η Σουηδική κυβέρνηση έδωσε την πρώτη της επιχορήγηση στο Ινστιτούτο το 1959, ενώ το 1966 ήταν σε θέση να θεσπίσει την πρώτη ετήσια υποτροφία του. Το 1987 δημιουργήθηκε η θέση του Υποδιευθυντή. Παρόλαυτά, έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να γίνει η θέση αυτή τακτική μέσω μιας αύξησης του προϋπολογισμού.