Το κτίριο της οδού Μητσαίων 9

 

 Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο στην νότια πλαγιά της Ακρόπολης στην περιοχή Μακρυγιάννη. Η νότια πλευρά του λόφου της Ακρόπολης στα νεότερα χρόνια - δηλαδή μετά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους κατά τη δεκαετία του 1830 – οικοδομήθηκε ουσιαστικά στις αρχές της δεκαετίας του 1900. Mέχρι τότε η πόλη εκτεινόταν βόρεια της Ακρόπολης. Αρχικά χτίστηκαν μικρά, απλά σπίτια και έπειτα, μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, μεγαλύτερα διόροφα σπίτια, πολύ συχνά με κήπο. Η περιοχή ωστόσο λέγεται ότι ήταν πολύ αραιά κτισμένη ακόμα και στα μέσα της δεκαετίας του 1920, σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών κατοίκων της περιοχής. Αρχικά, η περιοχή υπαγόταν σε ένα μεγάλο κτήμα, το οποίο ανήκε σε  ένα από τα ινδάλματα του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα, τον στρατηγό Θεόδωρο Μακρυγιάννη. Η περιοχή φέρει έκτοτε  το όνομά του.

Το κτίριο του Ινστιτούτου σχεδιάστηκε από τον Φίλλιπο Οικονόμου για την οικογένεια Ισιδωρίδη, που αρχικά προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας της οικογένειας Ηρακλής Π.  Ισιδωρίδης ήταν ένας ευκατάστατος επιχειρηματίας που εισήγαγε δέρματα και άλλα προϊόντα από τη Αγγλία και την Αμερική για την παραγωγή παπουτσιών.

Πότε ανεγέρθη λοιπόν το κτίριο; Ως προς αυτό οι απόψεις διίστανται. Ο καθηγητής αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. Μάνος Γ.Μπίρης υποστηρίζει σε ένα από τα βιβλία του ότι η ανέγερση του κτιρίου έγινε το 1914. Στο αρχείο του Ινστιτούτου υπάρχει παράλληλα ένα έγγραφο, το οποίο αναφέρει ότι το οικόπεδο αγοράστηκε το 1919 από τον Ηρακλή Π. Ισιδωρίδη. Ο μεγαλύτερος γιός της οικογένειας, Πέτρος Η. Ισιδωρίδης, έχει αναφέρει ότι η ανέγερση του κτιρίου ολοκληρώθηκε το 1920.

Από άποψη ρυθμού, το κτίριο ανήκει στην τελευταία φάση του αθηναϊκού νεοκλασικισμού. Στη φάση αυτή συγκαταλέγονται κτίρια οικοδομημένα την περίοδο μεταξύ 1890 και 1925.Το ινστιτούτο είναι, συνεπώς, ένα από τα τελευταία κτίρια που οικοδομήθηκαν με βάση τον τόσο δημοφιλή - από τη δεκαετία του 1830 και μετά - στις ελληνικές πόλεις νεοκλασικισμό. Ο ρυθμός αυτός ήρθε καθυστερημένα στην Ελλάδα. Χρησιμοποιήθηκε ωστόσο σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο σε επίσημα κτίρια αλλά και σε ιδιωτικές κατοικίες κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Αποτέλεσε σχεδόν έναν τρόπο για όλα τα κοινωνικά στρώματα να τονίσουν την εθνική τους ταυτότητα μέσω της ενσωμάτωσης στοιχείων από τα κτίρια της Ακρόπολης στα σπίτια τους.

Ο ύστερος νεοκλασικισμός στην Αθήνα χαρακτηρίζεται από έναν έντονο εκλεκτισμό, που σημαίνει ότι κυρίως γύρω στα 1910 άρχισε να ενσωματώνει άλλα στοιχεία πέραν των κλασικών στη διακόσμηση των προσόψεων των σπιτιών. Ένα στοιχείο νέομπαροκ στο κτίριο του ινστιτούτου είναι πρωτίστως η πλούσια και βαριά διακόσμηση της πρόσοψης. Η στρογγυλεμένη γωνία και η αρχικά γκριζοάσπρη μονοχρωμία μαρτυρούν επιρροή από το νεομπαρόκ και ο σκοπός είναι να τονιστεί το σύνολο του κτιριακού όγκου. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την  επισήμανση των τμημάτων του νεοκλασικισμού, όπου η τυπική τριμερής διάρθρωση κάθετα και οριζόντια επιτυγχάνεται μέσω τρισδιάστατων διακοσμητικών στοιχείων, ανοιγμάτων και πολυχρωμία των όψεων. Άλλα  στοιχεία του εκλεκτικισμού αποτελούν η ζώνη της βάσης από τραχύ κονίαμα και τα τοξωτά ανοίγματα πάνω από τις μπαλκονόπορτες του πρώτου ορόφου. Αυτά τα στοιχεία προέρχονται από την ιταλική αναγεννησιακή αρχιτεκτονική. Η γενική άποψη είναι ότι ο αρχιτέκτονας Οικονόμου κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα κτίριο μέσα στο μικρό – για την περίσταση – οικόπεδο, το οποίο, παρά την πλούσια και εκλεκτική διακόσμησή του, δημιουργεί μια αρμονική εντύπωση.

Το κτίριο του ινστιτούτου είναι πολύ καλά κτισμένο, κάτι το οποίο αποτελεί  τυπικό στοιχείο του ύστερου αθηναικού νεοκλασικισμού. Ο νεοκλασικός ρυθμός απαιτούσε πολλά από χτίστες και τεχνίτες αλλά μέχρι τη στιγμή της ανέγερσης του ινστιτούτου είχαν αποκομίσει πολλές γνώσεις για το ρυθμό αυτό, που παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό τόσο σε αυτήν όσο και σε άλλες, δαπανηρές κατασκευές. Η πλούσια εσωτερική διακόσμηση με μάρμαρο, γύψινες διακοσμήσεις, ξύλο δρύ, κρυστάλλινα τζάμια κ.α. μαρτυρούν κάτι τέτοιο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 παρατηρείται μια αποστροφή από αυτού του είδους την αρχιτεκτονική και ήδη κατά τη δεκαετία του 1930 αρχίζουν οι πρώτες κατεδαφίσεις.           

Το ινστιτούτο χτίστηκε λοιπόν ως σπίτι για την οικογένεια Ισιδωρίδη, η οποία απαριθμούσε τέσσερα παιδιά. Το σχέδιο του εσωτερικού χώρου χαρακτηρίζεται από τις ανάγκες μιας ευκατάστατης οικογένειας της εποχής εκείνης. Τα μικρότερα δωμάτια του υπογείου προορίζονταν τότε ως υπνοδωμάτια για τις τρεις υπηρέτριες του σπιτιού. Στο υπόγειο τότε βρισκόταν και αποθήκη τροφίμων και κρασιού. Εκεί υπήρχαν επίσης κάρβουνα – το σπίτι διέθετε και σόμπες – και ένα γκαράζ. Στο ισόγειο υπήρχε κουζίνα και τραπεζαρία στα αριστερά και στα δεξιά τρία δωμάτια στη σειρά, όπου υποδεχόντουσαν τους επισκέπτες και όπου βρισκόταν μεταξύ άλλων μία πιανόλα. Στον επάνω όροφο βρίσκονταν τα υπνοδωμάτια της οικογένειας και τα δωμάτια μελέτης των παιδιών. Στην ταράτσα υπήρχαν ήδη τα μικρά δωμάτια, που σήμερα είναι ξενώνες, αλλά που τότε ήταν ιματιοφυλάκιο, δωμάτιο ραπτικής και πλυσταριό.

Λόγω του πολέμου η οικογένεια Ισιδωρίδη συνάντησε το 1940 οικονομικές δυσκολίες και πούλησε το σπίτι στην οικογένεια Πάκη. Οι Γερμανοί κατάσχεσαν το σπίτι κατά τη διάρκεια της κατοχής και η οικογένεια Πάκη αναγκάστηκε να μείνει στο υπόγειο για αρκετά χρόνια. Μετά τον πόλεμο άνοιξαν τη «Πανσιόν Πάκης», η οποία λειτούργησε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950.

Το 1960 το σπίτι βρέθηκε για πρώτη φορά σε σουηδικά χέρια, όταν  η Ευαγγελική ιεραποστολή του Ισραήλ στο Malmö το αγόρασε και εγκαταστάθηκε εκεί ο «Σουηδικός οίκος του Σαμαρίτου-Δορκάς». 

Το σπίτι αγοράστηκε το 1975 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, μετά από πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Ινστιτούτου Pontus Hellström. Η αγορά κατέστη εφικτή μέσω της πώλησης ενός από τα διαμερίσματα, στα οποία στεγαζόταν τότε το Ινστιτούτο στην οδό Βουκουρεστίου στο Κολωνάκι, και μέσω μιας δωρεάς από τους Knut και Alice Wallenberg Stiftelse. Μετά την δημιουργία της Βιβλιοθήκης Βορείων Χωρών στην οδό Καβαλόττι 7, η μεγάλη συλλογή βιβλίων του Ινστιτούτου - αποτελούμενη από περίπου 35.000 τόμους - μεταφέρθηκε εκεί και το κτίριο του Ινστιτούτου υπέστη μια ολική ανακαίνιση την περίοδο 1996-1997. Το φθινόπωρο του 1995 το Ινστιτούτο διατήρησε, μέσω διαθήκης από τον Gustav Karlsson, καθηγητή βυζαντινολογίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, μια συλλογή βιβλίων, που τώρα βρίσκεται στο κτίριο της οδού Μητσαίων 9.                          

(Το κείμενο αποτελεί κατά κύριο λόγο άρθρο της Bodil Nordström-Karydaki που εκδόθηκε στο περιοδικό του Συλλόγου των Φίλων του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Hellenika, 80, 1997)    

 

entreentre