Το σπίτι του Σουηδικού Ινστιτούτου στην Καβάλα υπήρξε δωρεά από το Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού το 1976. Το κτίριο είναι τυπικό Bauhaus όσον αφορά το σχεδιασμό του και μαζί με τον κήπο του χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο το 1983. Η ιστορία του σπιτιού συνδέεται στενά με τη βιομηχανία καπνού, η οποία στο παρελθόν κυριαρχούσε στην πόλη.

Το σαλόνι του Σουηδικού Σπιτιού

Το σαλόνι

Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου η Καβάλα ήταν ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα στην ανατολική Μεσόγειο για το εμπόριο ανατολίτικου τύπου καπνού. Στη δεκαετία του 1930 περίπου 15.000 άτομα εργάζονταν κάθε χρόνο με τον καπνό κατά τη διάρκεια της υψηλής περιόδου. Την εποχή εκείνη, εξαιτίας της ακμής του εμπορίου καπνού, περίπου 60 σπίτια καπνού ιδρύθηκαν στην Καβάλα, πολλά από τα οποία ήταν ξένα. Η πόλη άνθισε και μια ολόκληρη περιοχή γεννήθηκε στα ανατολικά της πόλης, γύρω από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Τα σπίτια ήταν τυπικά διώροφα κτήρια χτισμένα στο επικρατών νεοκλασικό στυλ. Οι εκπρόσωποι των ξένων σπιτιών καπνού συχνά έχτιζαν τις κατοικίες τους σε στυλ που θύμιζε την πατρίδα τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Δημαρχείο της Καβάλας, το οποίο χτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1890 από τον Ούγγρο βαρόνο του καπνού Pierre Herzog, και ήταν εμπνευσμένο από την αρχιτεκτονική του Αυστριακού ανακτόρου

Η τελευταία ξένη κατοικία που χτίστηκε στην Καβάλα ήταν το Σουηδικό Σπίτι, το οποίο εγκαινιάστηκε στις 15 Μαΐου 1936. Μάλιστα, με την ευκαιρία αυτή δόθηκε στην εταιρεία ως δώρο ένα σετ σκακιού που έφερε την επιγραφή «Για το Παλάτι των Βίκινγκς». Ο αρχιτέκτονας Π. Μανουλίδης, που σχεδίασε το σπίτι, λέγεται ότι συνεργάστηκε με έναν Σουηδό αρχιτέκτονα καθώς και ότι ζήτησε να του φέρουν φωτογραφίες πρωτότυπων Σουηδικών κτηρίων, προκειμένου να προσαρμόσει τα σχέδιά του για τους ανθρώπους που επρόκειτο να ζήσουν στο σπίτι. Σε ένα άρθρο στο περιοδικό του Συλλόγου Φίλων του Ινστιτούτου, Hellenika 38, 1986, ο αρχιτέκτονας Hans Broberg επισημαίνει ότι το σπίτι στην Καβάλα είναι επηρεασμένο από τις σύγχρονες Σουηδικές ιδιωτικές βίλες, οι οποίες ανοίγουν προς τη θάλασσα και διαθέτουν κήπο στο πίσω μέρος. Το ασύμμετρο σχέδιο ακολουθεί την ίδια παράδοση.

Το σπίτι είναι πολύ καλά χτισμένο, μάλιστα, λέγεται ότι πολλοί από τους χτίστες είχαν έρθει για αυτό το σκοπό από την Αθήνα. Οι εξωτερικοί τοίχοι έχουν 70 εκ. πάχος και είναι φτιαγμένοι από ομοιόμορφα κομμένα μπλοκ γρανίτη. Ο επάνω όροφος προοριζόταν για τον μόνιμο εκπρόσωπο της εταιρείας και την οικογένειά του, ενώ στον κάτω όροφο βρίσκονταν ξενώνες για τους υπαλλήλους της εταιρείας που έρχονταν στην Ελλάδα μόνο για την περίοδο του καπνού.  Επίσης, στο ισόγειο βρισκόταν η τραπεζαρία επιπλωμένη με ένα υπέροχο σύνολο από έπιπλα σχεδιασμένα από τον διάσημο σχεδιαστή επίπλων Axel Einar Hjorth. Τα περισσότερα έπιπλα του σπιτιού είχαν εισαχθεί από την Nordiska Kompaniet στη Στοκχόλμη. Καθώς όλα τα κομμάτια έχουν πλάκες ορείχαλκου με αναγνωριστικούς αριθμούς, τα σχέδιά τους θα μπορούσαν να αναγνωριστούν στα αρχεία του Μουσείου Βορείων Χωρών στη Στοκχόλμη, όπου φυλάσσονται σήμερα τα αρχεία της Nordiska Kompaniet.

Μετά τον πόλεμο η εξαγωγή του Ελληνικού καπνού στη Σουηδία σχεδόν σταμάτησε. Προηγουμένως, τα τσιγάρα με ανατολίτικο τύπο καπνού είχαν κυριαρχήσει στη σουηδική αγορά, αλλά τώρα ο καπνός δυτικού τύπου (Virginia) είχε γίνει περισσότερο της μόδας, οπότε το Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού χρειαζόταν λιγότερο το σπίτι του σε σχέση με πριν. Το 1964 μετατράπηκε σε χώρο φιλοξενίας καλλιτεχνών και επιστημόνων, αλλά και των υπαλλήλων της εταιρείας που ήθελαν να παραθερίσουν στην Ελλάδα. Παρόλαυτά, δεν χρησιμοποιούνταν και πολύ συχνά και το 1973 η εταιρεία αποφάσισε να το κλείσει. Την ίδια χρονιά προσφέρθηκε ως δωρεά στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, αλλά οι νομικές διαδικασίες πήραν τρία χρόνια για να ολοκληρωθούν.

Από τον κήπο. Φωτογραφία: Ulf Lundström 2007

Από τον κήπο. Φωτογραφία: Ulf Lundström 2007

Το σπίτι εξακολουθεί να λειτουργεί ως χώρος εργασίας για τους καλλιτέχνες όλων των ειδών. Το 1983 πολλοί από αυτούς ίδρυσαν ένα Σύλλογο Φίλων για τη διάσωση του σπιτιού, καθώς η ύπαρξή του απειλούνταν εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. Ωστόσο, την ίδια χρονιά χαρακτηρίστηκε διατηρητέο κτήριο και στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η Σουηδική κυβέρνηση χρηματοδότησε τη μερική ανακαίνιση του σπιτιού, ενώ το χειμώνα του 1998–1999 το σπίτι ανακαινίστηκε πλήρως. Προκειμένου να διατηρηθεί η μοναδικότητα του σπιτιού, δεν επιτράπηκε καμία παρέμβαση ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό του (εκτός από ένα μικρό παράθυρο εξαερισμού στο υπόγειο). Τα έπιπλα εξακολουθούν να βρίσκονται υπό προστασία. Η προστασία και η συντήρηση του σπιτιού έως σήμερα, οφείλεται κυρίως σε Σουηδούς ιδιώτες, Σουηδικά ιδιωτικά ιδρύματα καθώς και στη Σουηδική κυβέρνηση.

(Το κείμενο βασίζεται σε ένα άρθρο του Thomas Thomell στο περιοδικό του Συλλόγου Φίλων του Ινστιτούτου: Hellenika 88, 1999.)